Για την ποίηση και την πραγμάτωσή της

Η ποίηση μπορεί να πραγματωθεί σαν αυθεντική χειρονομία μέσα στην καθημερινή ζωή και να χλευάσει τις κανονικότητες δημιουργώντας μια παράδοξη προοπτική… Και τότε οι κοινότοπες πράξεις μπαίνουν κάτω από μια σοβαρή αμφισβήτηση.
Όσοι συγχέουν την ποίηση μ’ ένα λογοτεχνικό είδος και μόνο είναι εν μέρει δικαιολογημένοι. Θα λέγαμε όμως, πως μοιάζει σα να μπορεί να δει κάποιος στην ενασχόληση με το πολιτικό μόνο τη καθεστωτική πλευρά του, δηλ. άσκηση εξουσίας ή/και επιδίωξή αγνοώντας ή μπερδεύοντας την πολιτική συνείδηση και αντίσταση. Δεν είναι περίεργο όταν ακόμα και την ασυμβατότητα της ποίησης με τη λογική και το συντακτικό της γραμματικής προσπαθούν να κρατήσουν, διαφημίζοντας ή διδάσκοντας, στα επίπεδα μιας τακτοποιημένης γλώσσας καλλωπισμού. Δεν είναι περίεργο όταν αναλογιζόμαστε τους διαχωρισμούς που έχει καταφέρει το εμπόριο κουλτούρας. Υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, εδώ όπως και σε κάθε τέχνη κάποια θραύσματα αυθεντικής έκφρασης, ανεξάρτητα σε ποιο μορφικό ρεύμα ή πρωτοπορία ανήκουν (το ενδιαφέρον των πρωτοποριών συνίσταται στο τρόπο που έσπαγαν τους κανόνες). Η ποίηση ως μανιέρα, τεχνοτροπία, προϊόν, αξία, μέσα στα πλαίσια του “είδους” της είναι πια μια ασήμαντη νεκρή καρικατούρα που δεν κάνει πια ούτε για το τσάι. Ας διαχωρίσουμε μια και καλή την τέχνη ποίηση από μια αντιθετική ποίηση για να διεκδικήσουμε αυτό που δεν κατάφερε ο καλλιτεχνικός ορισμός να περιορίσει: αυτή την παράδοξη πολυσχιδή ρευστότητα που σημαίνει η ποίηση. Ψάχνουμε εκεί όπου δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διασταύρωση με ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι βρίσκεται κοντά σε όλες τις γνωστές εκφορές της. Ας μιλήσουμε για τη πραγμάτωσή της και τη ριζοσπαστική χρήση της.
Αυτή η ποίηση δεν ορίζεται τόσο όσο μπορεί να ορίσει και το ότι εκφράζεται κύρια ως γλώσσα δε σημαίνει ότι είναι μόνο λέξεις. Η ποίηση που μπορεί να διατυπωθεί και με λέξεις δεν είναι απλά μια σκέψη- είναι ένας αισθαντικός πρωταρχικός προσωπικός ειρμός που απελευθερώνει. Η ποίηση που βιώνεται δεν είναι απλά μια πράξη που συνοδεύεται από ένα απλό συναίσθημα- είναι μια αυθεντική πράξη όπου είτε το συναίσθημα είτε η συνείδηση ξεπερνούν τη μέχρι τότε συνηθισμένη κατάσταση/θέση τους.
Η ποίηση αποκαλύπτει την ένταση μιας αυθεντικής και όχι τεχνητής υποκειμενικότητας (στο βαθμό βέβαια, που έχει εσωτερικευτεί ως καλλιτεχνική αξία μπορεί να λειτουργεί τεχνητά). Ο δρόμος που ανοίγεται δεν είναι μακριά από μια πολιτική συνείδηση υποκειμενικότητα που αναδύεται μέσα από την ποίηση δημιουργεί μια σημαντική αρχή και αφετηρία: είναι εκεί όπου ο κόσμος γίνεται προσωπική υπόθεση (αναγκαία αφετηρία για να γίνει και συλλογική).
Η ποίηση μπορεί να λειτουργεί προσωπικά. Σε αντίθεση με την εκχυδαϊσμένη τέχνη που πουλά κάθε προσωπική λεπτομέρεια για να προλάβει και να αποτρέψει τον καθένα από το να στρέψει τη προσοχή στην ίδια τη ζωή του, που μετατρέπει κάθε ασημαντότητα σε σημαντικό, που κοπιάρει τη φαινομενικότητα της καθημερινής ζωής για να την ενισχύσει ως φύση και μαζί την απομόνωσή της, η προσωπική ποίηση ενισχύει το προσωπικό βλέμμα, καλλιεργεί τις ιδιαιτερότητες, βοηθά στη προσπάθεια αυτομόρφωσης. Επιπλέον μοιραζόμενη επιλεκτικά ανάλογα με τις δημιουργημένες διαπροσωπικές σχέσεις διευρύνει την επικοινωνία – ναι, τα άτομα μπορούν να επικοινωνήσουν και έτσι.
Ο ορθολογισμός; Ναι, η ποίηση έχει κάποια προβλήματα μ’ αυτόν. Δεν είναι ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί ένα ποίημα πάνω-κάτω λογικά, πόσο μάλλον οι προεκτάσεις του (υπενθυμίζουμε άλλωστε ότι η ποίηση περισσότερο ορίζει παρά ορίζεται). Είναι κύρια ότι περιφρονεί τα στερεότυπά του, τις φόρμες του, την αναγκαιότητά του. Η ποίηση δημιουργεί τη δίκιά της λογική (φτιάχνοντας καινούργιους προσωπικούς πολλές φορές κώδικες). Ως αυθόρμητη έκφραση διείσδυσης ακόμα και σ’ αυτό που ονομάζουν οι ρυθμιστές του υποσυνείδητο, καθιστά με φυσικότητα τον ορθολογισμό λειψό. Αν εξαιρέσουμε τις γελοίες μεταφυσικές αλλά και κούφιες ασκήσεις διανουμενισμού που συναντάμε στη τέχνη-ποίηση, δε μιλάμε για μια ακίνδυνη και άτοπη ανοησία: υπάρχει στην ποίηση και η γνώση, και η συνείδηση, και το συναίσθημα, και η λογική αλλά όχι όπως διδάσκει η καθεστηκυία τάξη και όχι όπως τη βολεύει.
Η ποίηση δεν ψάχνει για μεταφορές αυτές τις ψάχνουν με άγχος οι καλλιτέχνες. Η ποίηση είναι πολύ περισσότερο κυριολεκτική απ’ ό,τι μας έχουν κάνει να πιστέψουμε πως είναι -ακόμα και σ’ αυτό το σημείο αυτό που φθείρει την αυθεντική ποίηση είναι ο διανοουμενισμός της επίδειξης και των κενών κινήτρων. Η κυριολεξία της ποίησης αποκαλύπτει πως καθετί μπορεί να μιλάει και να σημαίνει, πως καθετί μπορεί να δείχνει τον κόσμο και να καταδεικνύει πως όλα είναι πραγματικά -και όχι μεταφυσικά- αλληλένδετα: το βλέμμα, η ανάμνηση, το αντικείμενο, το γεγονός, ο ερωτισμός, η ιδέα, ο ψυχισμός, η ονειροπόληση, η λεπτομέρεια … Αυτή η αισθαντική έκρηξη των νοημάτων -τίποτα μα τίποτα όπως πριν.
Ζούμε αντιφατικά και ζούμε διαρκώς ανάμεσα σε μεγάλες αντιθέσεις. Η ποίηση εντοπίζει την έκτασή τους με τη μεγαλύτερη ένταση. Απελπισία και προσδοκία, παρουσία και απουσία, προσωπική και κοινωνική ζωή, θλίψη και ευτυχία, μερικό και όλο, ομορφιά και ασχήμια, απελευθέρωση και εγκλωβισμός, ονοματισμένο και άφατο, φαινομενικό και ουσιώδες, αποσπασματικό και συνεχές. Αντιφάσεις και αντιθέσεις που ζητούν επίμονα τη λύση τους: οι δρόμοι για την καθεμία είναι διαφορετικοί, η αμεσότητα όμως με την οποία εντοπίζονται είναι μοναδική όπως μοναδική μπορεί να είναι η ποιητική πράξη που θα ζητήσει το ξεπέρασμά τους.
Η ποίηση είναι συχνά ένας τόπος αδυναμίας. Δημιουργείται μυστικά στη σκιά της δύναμης αυτού που υπάρχει. Μαθαίνει επίσης από τις αδυναμίες και αυτό είναι σημαντικό. Αν και χαρακτηριστικό της είναι το ”ξεπέρασμα είναι εύκολο κάποια στιγμή να παγιωθεί και να ανακυκλώνει (είτε με μια αισιόδοξη είτε με μια απαισιόδοξη οπτική) δημιουργώντας μια εσωστρέφεια αδράνειας. Καμιά επιμέρους έκφραση, καμιά επιμέρους – μορφή δεν πρέπει να αφήσουμε να γίνεται το βάλσαμο για μια αβίωτη ζωή.
Στη γλώσσα ως σύστημα, η ποίηση καταφέρνει χτυπήματα του απρόβλεπτου. Τα χτυπήματα αυτά χαλάνε τη συστηματοποίηση της γλώσσας, εκείνης που καταλήγει στα 01 των εντολών τους. Η δημιουργικότητα αυτή, από τη μία δείχνει πως μπορεί να αποσυντονίζει αυτό το βασικό όργανο κυριαρχίας, από την άλλη δίνει μέσω του λόγου μια ανανέωση της επικοινωνίας και καθιστά τη γλώσσα ζωντανή. Μια πολιτική πρακτική θα φρόντιζε να διαδοθεί αυτή η νέα συνεννόηση. Παρ’ όλα αυτά αν δεν υπάρχει η δυναμική της πράξης (της) (αλλά και η κριτική πάνω στην αποστασιοποίηση που μπορεί να υπάρχει στις όψεις και τις λειτουργίες του λόγου), η παγίωση μιας λεκτικής ποίησης μπορεί να σημαίνει μέσα από τη συνεχή ανασημασιοδότηση έναν ευρύτερο εγκλωβισμό που θα ανάγει το λόγο σ’ ένα αυτοαναφορικό παν.
Απ’ αυτόν που ισχυρίζεται πως θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο, θα μπορούσαμε αν χρειάζονταν αποδείξεις μαζί με μια πολιτική αναλυτική τοποθέτηση να του ζητηθεί η διήγηση μιας ποιητικής πράξης. Η ίδια η θέληση της ανατροπής είναι ποιητική, δεν είναι ούτε λογική, ούτε παράλογη. Βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογικής που ορίζει την υποταγμένη κανονικοποιημένη ζωή και η θέληση αυτή είναι κάτι παραπάνω από μια λογική αναγκαιότητα. Αν δεν συνοδεύεται από αυτό το κάτι παραπάνω είναι πολύ εύκολο να καταντά μια γραφειοκρατική αντίληψη διαχείρισης. Από τη άλλη φυσικά, η ποιητική οπτική χρειάζεται τη πολιτική συνειδητοποίηση για να φτιαχτούν οι διέξοδοι, για να γίνει το πέρασμα από την εσωστρέφεια για να αποφευχθεί ο σολιψισμός, ο ψυχολογισμός, αλλά και για να φτιάξει το πλαίσιο που θα λύσει τη παρεξήγηση της αφαίρεσης και της αμφισημίας.
Η ποιητική γλώσσα δε χαρίζεται εύκολα. Δεν είναι η γλώσσα που θα πασχίσει να γίνει κατανοητή απ’ όλους.
Πόσο μάλλον από τους εχθρούς, τους αδιάφορους, τους ανυποψίαστους. Με λιγοστά λόγια καταφέρνει πολλά. Η ποίηση καταφέρνει την αμεσότητα με τρόπο που στέλνει στην άκρη τη φτηνή απλοϊκότητα, εκείνη που γίνεται το άλλοθι κάθε βαριεστημένου, που υποβιβάζει κάθε ριζικό νόημα. Πολιτική ανάλυση και ποίηση όπως επίσης και η ανάμιξή τους (και όμως η εμπειρία των κινημάτων έχει να παρουσιάσει τέτοιες ρήξεις, όπου μια μικρή πλευρά τους μπορεί να εντοπιστεί ακόμα και από τον ανυποψίαστο στα συνθήματα που μιλάνε ακόμα-όχι μόνο τα “επετειακά” του Μάη). Το αποτέλεσμα αυτής της ανάμιξης θα είναι και το ξεπέρασμα της μονόπλευρης (δηλ. του συγγραφέα) μεταφυσικής “έμπνευσης”. Κείμενα εμπνευσμένα που εμπνέουν όχι ως “επικοινωνιακή τακτική” αλλά ως μια πραγματική αμοιβαιότητα πάνω σε μια επιθυμητική διεκδίκηση που δεν μπορεί παρά να αναταράζει.
Πώς θα μπορούσε να περιγραφτεί η επιθυμία, η ασφυξία, η ουτοπία; Μέσα στην πολιτική συνείδηση η ποίηση δίνει ένα ποιοτικό μέτρο. Τίποτα δε μπορεί και δεν πρέπει να περιγράφεται αποστασιοποιημένα. Μια πολύπλευρη έκφραση που συμπεριλαμβάνει και την ποίηση αποδεικνύει ο προβληματισμός είναι πράγματι εσωτερικευμένος-αληθινός. Όλα πρέπει να ξεκινάνε από το βίωμα και τις επιθυμίες και να καταλήγουν στη διεκδίκηση ενός επιθυμητού βιώματος. Όπως η ποίηση επηρεάζει τη συνείδηση έτσι και συνειδητά μπορεί και να επιδιώκεται. Η ποίηση μπορεί να βρεθεί ανυποψίαστα σε μια κουβέντα , σε μια παρατήρηση, σε μια φράση, αλλά μόνο όσο η ρουτίνα κοντράρεται συνειδητά τόσο περισσότερο δημιουργούνται οι ευκαιρίες για τη συνέχειά της. Το πέρασμα από το προσωπικό στο συλλογικό της πραγματωμένης ποίησης θα είναι καταστάσεις πρωτόγνωρες που θα ξεθάβουν δυνατότητες.
Πώς αυτή η ποίηση μπορεί να γίνει συλλογική; Ίσως το πιο δύσκολο αφού μπορεί πολύ εύκολα να ποδοπατηθεί, όταν γνωρίζουμε πόσο συχνά ποδοπατούνται τόσες και τόσες πολιτικές επιλογές αντίστασης μέσα στη ψευτιά αυτού του κόσμου. Οι δρόμοι περιμένουν, και πραγματικά σήμερα αν αναλογιστούμε τον αγκυλωμένο αντί-λόγο, μια απλή μετατόπιση νοημάτων θα αρκούσε για να χαρακτηριστεί ποιητική. Αν όμως πρέπει να μας απασχολεί κάτι περισσότερο και από την ανικανότητα μιας αντιεξουσιαστικής αντίληψης και τη σκλήρυνση της κοινή λογικής αυτό είναι η αρπαχτική διάθεση των επαγγελματιών της αφομοίωσης. Αυτών που κατέχοντας την τεχνική της αφομοίωσης έχουν έλλειψη από τα κινήματα που θα τους τροφοδοτήσουν. Έτσι η αρπαχτική τους διάθεση περιμένει την παραμικρή ευκαιρία για να φτιάξουν τουλάχιστον τα διαφημιστικά τους σλόγκαν. …Αναλογιζόμαστε, το ζητούμενο όμως παραμένει. Η πραγματωμένη ποίηση αξεχώριστη μέσα στην αντιεξουσιαστική οπτική συμμετέχει στα προτάγματά της και επιμένει να δείχνει: τα πάντα ξεκινάνε από το άτομο, το μερικό ζητά απεγνωσμένα την ολότητα.
Η ποίηση μπορεί να αναζητηθεί συνειδητά μέσα στη ριζοσπαστική πολιτική σκέψη και δράση για να διεκδικήσει τη συνεχή ανανέωση… Και τότε επιβεβαιώνει με τη σειρά της πως οποιαδήποτε διεκδίκηση πέρα από την ολότητα είναι μιζέρια.

*Δημοσιεύτηκε στο αυτόνομο περιοδικό Urban Growth Disease, τεύχος 7, Αθήνα, Ιούνης 2000.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s