Jack Hirschman (1933-2021), Δύο ποιήματα

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Εσύ, που άστραφτες, βροντούσες και τη σημαία
από αίμα και τριαντάφυλλα ανέμιζες,
ζυμωτή του ψωμιού του ποιήματος,
απέθαντε σύντροφε του διθυράμβου
και της ελευθερίας,
εσύ που την αυτοκτονημένη σου ζωή
ωσάν σιδηρουργείο κουβαλάω,
που πρώτος δρασκέλισες τον δρόμο
ετούτου του αιώνα,
άντε, ήσουνα ο πρώτος
που τραγούδησες μέσα από τη φτωχογειτονιά των σκουπιδιών
και τα μόρια τα αλυσοδεμένα
με χιλιάδες χθες,
καθαριστή της σάλτσας της ιστορίας
από το στόμα των τετράπαχων ψεμάτων,
υπηρέτη της επανάστασης,
εσύ που, ανάμεσα στους ανθρώπους, με σφοδρότητα επιτέθηκες
στα κάτωχρα χείλη της απάθειας
και της ουδετερότητας,
όχι σαν άντρακλας δειλός,
όχι σαν όμοιος με εμένα
μα σαν νυγμός και ορμή
μάζας και ενέργειας
αναγγέλλοντας τα πανύψηλα της ανθρωπότητας
τοτέμ τα ελευθερωμένα από την καλύβα,
εσύ ρώσε πιο αμερικανός
παρά άγγλος,
εσύ καταστροφέα του σαββάτου
και ισοπεδωτή κάθε λογής ηλιθιοτήτων
και θρησκευτικών αερολογιών,
έχω τραβήξει τη σφαίρα
τόσες φορές από τον εγκέφαλό σου
που θα μπορούσα με το όνειρό σου
να ταΐσω εκατό ένοπλους αγώνες.

*

ΣΠΙΤΙ

Ο χειμώνας ήρθε.
Στα κατώφλια των σπιτιών, στα σοκάκια, τα σκαλιά
των εκκλησιών,
κάτω από χαρτόνια, κάτω από κουρελιασμένες κουβέρτες
ή, αν τυχεροί, σε τσουβάλια πλαστικά,
έπειτα από άλλη μία ημέρα ταπεινώσεων,
κοιμισμένοι,
ξεπαγιάζοντας,
απομονωμένοι, ξεχωρισμένοι, αδέκαροι,
άνεργοι, αγκομαχώντας, βρόμικη
σάρκα γύρω από κόκαλα παγωμένα,
είμαστε εμείς, είμαστε εμείς στις Ηνωμένες Πολιτείες,
τσιμέντο σκληρό, μαξιλάρι παγερό,
πού φωτιά; πού ποτό;
αναθεματισμένα κουφάρια στα αζήτητα
σύντομα και αν, και ποιον τον ενδιαφέρει;
ρίγη τόσο βαθιά,
τα χέρια μας κλεισμένα τελικά σφιχτά
έπειτα από άλλη μία ημέρα επαιτείας, με τις γλώσσες
κρεμασμένες˙
οι σκύλοι έφαγαν περισσότερο σήμερα, στα πόδια κρεβατιών
κουλουριασμένοι, μπορούνε να ρευτούν, να κλάσουν,
υπάρχουνε νοσοκομεία να τους πάνε,
θα βγουν από τα σπίτια και θα μας μυρίσουν
κάποτε νεκρούς,
περιττώματα διασκορπισμένα εδώ
σε μία πόλη Αμερικανική
που φημίζεται για το φαγητό και τον πολιτισμό της.
Το τσιμέντο ο σκληραγωγημένος μας ιδρώτας,
η γέφυρα το αίμα μας το απέθαντο˙
στο κέντρο, τα φώτα από το Τέντερλοϊν και
το Μπρόντγουεϊ─ τα αιμοσφαίριά μας μεταμορφωμένα
σε διαφημίσεις˙
ο σφυγμός μας ο ήχος τενγκτενγκεντένγκ
των νομισμάτων που σωρεύονται σε ταμεία,
θαλάμους τηλεφωνικούς, αυτόματους πωλητές, τενγκτενγκεντένγκ
παρκόμετρα, φλιπεράκια,
δημόσια αποχωρητήρια, διόδια˙
το δέρμα μας μετατρεμμένο σε χαρτονομίσματα,
κάρτες πλαστικές, τραπεζογραμμάτια, αμπαζούρ
για διοικητικά στελέχη, εφημερίδες,
τουαλέτας χαρτί˙
η καρδιά μας─ το ματωμένο όργανο που το Κράτος
καταβροχθίζει σάμπως νούμερο σε ένα θέαμα
που εξελίχθηκε σε εθνικό τσίρκο των καταραμένων.
Ω δολοφονικό σύστημα των πολεμοφοδίων και των απάνθρωπων δικαιωμάτων
που λεηλάτησες τις τσέπες μας και την αξιοπρέπειά μας,
Ω επιχείρηση του εγκλήματος που μας αποκαλείς εγκληματίες,
τρομοκρατία που διαλαλείς ότι φοβόμαστε,
απληστία που μας εκδιώχνεις από τα μέρη που εμείς οι ίδιοι χτίσαμε,
άθλιοι καπηλευτές του πολέμου που μας καταδικάζετε στη δυστυχία και την δημόσια έκθεση σάμπως μάστιγες κοινωνικές προκειμένου να διατηρήσετε μία ρυπαρή δημοκρατία καθαρή─
αυτή τη φορά δεν θα εξαφανιστούμε
στο κέντρο της πόλης σε γκέτο γειτονιές ή σε νεκροτομεία,
αυτή τη φορά οι αριθμοί μας ανέρχονται σε τάγματα ηνωμένων κραυγών:
Θέλουμε τα άδεια γραφεία που γεμίζουνε σκόνη!
Θέλουμε τους κινηματογράφους από τα μεσάνυχτα ως την αυγή!
Θέλουμε τις εκκλησίες ανοιχτές 24 θεούς τη μέρα!
Εμείς τα χτίσαμε. Μας ανήκουνε. Τα θέλουμε!
Όχι άλλα κατώφλια, σοκάκια με σκουπιδοτενεκέδες,
όχι άλλα νεκροταφεία αυτοκινήτων,
υπόγειες φτωχογειτονιές στους υπονόμους.
Θέλουμε δημόσια στέγαση!
Όχι άλλους σωλήνες με ποντίκια, σπηλιές γεμάτες μπάζα,
όχι άλλο νοτισμένο από τη βροχή χώμα στο στόμα,
εφιάλτες άδειων κάδων ότι τους ρίχνουνε απανωτά σπασμένα τούβλα και σκουπίδια,
κραυγές γυναικών με παραισθήσεις στις πόρτες εισόδου του υπόγειου σιδηροδρόμου,
όχι άλλα παιδιά με δόντια που τρίζουνε θανατερά με πεταμένα παλιόρουχα ντυμένα.
Θέλουμε δημόσια στέγαση!
εμείς οι βετεράνοι των παράλογων πολέμων σας,
εργάτες ρημαγμένοι μέσα στην άνεργη λήθη,
οι νεαροί: δάχτυλα λιανισμένα από την ελεημοσύνη στην Οδό των Πενταροδεκάρων,
οι γερασμένοι: φλέμα από το άρρωστο εταιρικό στήθος των Κερδών.
Αντί για βιασμένο σεβασμό, δουλειές
για να ζήσουμε!
Αντί για εξορία και έξωση σε αυτό,
το σπίτι μας, τη γη μας,
Πατρίδα μία για πάντα
για έναν και για όλους
και όχι ετούτη την κουτσή κραυγή που με το δεκανίκι εκλιπαρεί
σε ένα πεζοδρόμιο βροχερό για να της παρασχεθεί βοήθεια.

*Από την ανθολογία “Μονοπάτι: Ποιήματα 1952 – 2001”, Εκδόσεις “Απόπειρα”, Αθήνα 2019. Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s