Σαν κομιστής του έσω μαυρισμένου κόσμου του

Γιώργος Γκανέλης, “Ωδίνες της ποίησης”. Εκδόσεις Στίξις. Δεκέμβριος 2018. Ρέθυμνο

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*

Όπως προειδοποιεί ο τίτλος ή καλύτερα και πιο σωστά ο υπότιτλος  ετούτου του βιβλίου, οι ‘Ωδίνες της ποίησης’, αφορούν ή εστιάζονται στα ποιήματα για αυτή καθ’ εαυτή την ποίηση.  Αρχίζοντας από το τελευταίο ποίημα ‘Απολογία ενός συγγραφέα’, της κάπως εκτεταμένης, πράγματι, ποιητικής συλλογής, ο ποιητής Γιώργος Γκανέλης απολογείται για όσα έγραψε και με τα οποία ίσως ο αναγνώστης να μην συμφωνεί, και να διατηρεί διαφορετική κατά κάποιο τρόπο άποψη για τις παραμέτρους και όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που αφορούν την επώδυνη ποιητική λειτουργία. Έχει καλά ριζωμένη την ανάλογη άποψη για το συγκεκριμένο θέμα, όταν λέει, ‘…μη νομίζεις πως τελείωσες/ μετά αρχίζουν τα δύσκολα/να ξεκαρφώνεις μερικές λέξεις/και να τις πετάς στα σκουπίδια/Στο τέλος αναρωτιέσαι πότε/ θα σε σταυρώσουν οι κριτικοί’.

Αφήνει τους αναγνώστες του να τον κρίνουν, να τον δικάσουν. Εκείνος όμως ξέρει ‘…ότι  κάθε πρωί νυχτώνει’ γι’ αυτόν, υπαινισσόμενος προφανώς ότι η νύχτα ήταν περίοδος εντατικής εργασίας, σημαντικής και εξαντλητικής απασχόλησης ‘… κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση…’.  Χρόνος κατά τον οποίο λειτούργησε ‘… σαν κομιστής του έσω μαυρισμένου κόσμου…’ και εκτοξεύοντας διάχυτα ‘πινελιές παροξυσμού’. Γι’ αυτόν η νύχτα αποτελεί σημείο εκκίνησης για το περίτεχνο και άγριο, συνάμα, τσεκούρωμα των λέξεων ώστε να γεννηθεί το ποίημα και να σταθεί αφ’ εαυτού απέναντι όλων των όποιων κριτών του, χωρίς δεκανίκια, αφού, όπως καλά εξηγεί, ‘τα αρτιμελή ποιήματα/δε χρειάζονται δεκανίκια’. Τη νύχτα οι λέξεις δεν μπορούν να περιμένουν, γι’ αυτόν είναι βραδυφλεγείς βόμβες, γίνονται βραδυφλεγείς στίχοι στα χέρια του, που όπου νάναι θα δώσουν γένεση σε κάτι σημαντικό. ‘Το ημιτελές τελεσίγραφο’ προτρέπει, τελειώνοντας τους στίχους του, ‘πιάσε τη λέξη απ’ το λαιμό/και δώσε ένα οριστικό τέλος/στη ραστώνη του ποιήματος’. Παραθέτω ολόκληρο το ποίημα ‘Ενύπνιο σχιζοφρενούς’ γιατί ίσως απεικονίζει τη γενικότερη άποψη του ποιητή για τη νύχτα και ειδικά για τις όποιες παράπλευρες απώλειες που αυτή προκαλεί: ‘Τίποτα δεν είναι πιο φρικτό/απ’ τους έρημους σταθμούς/που τουρτουρίζουν μεσάνυχτα/ Γι’ αυτό και τα ποιήματα/στριμώχνονται στις ράγες /περιμένοντας κάποιο σφύριγμα/όλα όμως  το πρωί αυτοκτονούν/ Κατά τις οκτώ περνάει το τρένο/και στρίβει για να μην τα πατήσει’!

Η τέχνη και η τεχνική, όμως, της ποιητικής διαδικασίας, δεν είναι άμοιρη παρενεργειών για τον ποιητή, συμφωνώντας σαφώς και με αρκετούς άλλους, πολλές από τις οποίες έρχονται μπροστά, στο προσκήνιο, με τη μορφή   σωματικών εκφάνσεων. Έτσι αρκετοί στίχοι του χρησιμοποιούν ή ερωτοτροπούν με ιατρικούς όρους και γνωστές παρακλινικές εξετάσεις για να δώσουν καλύτερα και πιο πιστά και έντονα το βαθύτερο νόημα. ‘Πάω για αρθροσκόπηση’, λέει στην ‘Αρθροσκόπηση’ και συνεχίζει, ‘… σήκωνα πολλά ποιήματα/καθημερινά στους ώμους/λέω πια να ξεμπερδεύω/με την πολλή ευαισθησία’, αφού για τους έχοντες ακόμα και στοιχειώδεις ιατρικές γνώσεις, η μεγαλύτερη επιβάρυνση του αυξημένου σωματικού βάρους ή της συνεχούς ανύψωσης υπερβολικών φορτίων, γενικότερα, παρατηρείται  στις αρθρώσεις του γόνατος.

Όμως, παρ’ όλα χρησιμοποιεί την ποίηση, για να πάρει ‘μια μικρή παράταση’ η ανυπαρξία και η προσωπική του συντέλεια, όχι φυσικά για να γιατρευτεί αλλά να ανακουφιστεί, γράφοντας έστω προσωρινά ‘το αναπόφευκτο του θανάτου’ στα παλιά του παπούτσια, με τα απαραίτητα, όπως πάντα, ενδιάμεσα διαστήματα ‘υποχρεωτικής αγρανάπαυσης’, μήπως και καταφέρει να ξαναφυτρώσει, πλημμυρισμένος με καινούργιες ιδέες  και ελπίδες.  Γνωρίζει καλά, κι’  εδώ βρίσκεται σε σύμφωνη γνώμη και με άλλους μας ποιητές,  πως υπάρχουν ‘δεκάδες  άλλοι τρόποι να βγάλει κανείς τα εσώψυχά του’, πέρα από την Ποίηση, οι ‘Ωδίνες’ της οποίας είναι πραγματικά επώδυνες σε ένταση και διάρκεια, καρφώνοντας τουτέστιν και ξεκαρφώνοντας πρόκες απ’ το κορμί των λέξεων, και δυστυχώς για τους ποιητές, υπάρχει ακόμα έκδηλη και δραματική ανυπαρξία ‘ποιητικών μαιευτηρίων’!

Παρατηρώντας απ’ το βιογραφικό του σημείωμα, διαπιστώνουμε ότι ο Γιώργος Γκανέλης είναι πιστός στην  δημιουργία του προσωπικού του ποιητικού  έργου, χωρίς να ξεφεύγει, παράλληλα, σε άλλα πεδία, όπως για παράδειγμα την πεζογραφία ή την κριτική άλλων κειμένων. Ετούτη η συλλογή, αποτελεί την έκτη τού ποιητή. Είχαν προηγηθεί οι ‘Ανάπηροι δρομείς’ (2012), ‘Ο σκοπευτής της μνήμης’ (2013), η  ‘Χρεοκοπία ιδεών’ (2014), η ‘Εκτός εαυτού’ (2015), και η πέμπτη κατά σειράν, ‘Υπό το μηδέν’ (2017), όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Ο ποιητικός του λόγος, σε γενικές γραμμές,  θα μπορούσε να αναφερθεί ως ιδιωτικός, εσωστρεφής,  με κάποιες όμως, σκόρπιες πινελιές εξωστρέφειας. Στοχασμοί σε κρίσιμα θέματα που απασχολούν με τον τρόπο τους τον ποιητή και οι απότοκες και αναμενόμενες,  εν πολλοίς, εκρήξεις συναισθήματος. Αν και χρησιμοποιεί το πρώτο και κάπου-κάπου το δεύτερο ενικό πρόσωπο, στην πραγματικότητα οι στίχοι του δεν παύουν να αποτελούν σε μεγάλη συχνότητα  αμιγώς προσωπικές εξομολογήσεις που εγγίζουν, σε μικρότερο βαθμό, και ευρύτερα κοινωνικά θέματα, όπως άλλωστε είναι και το τελικό και επιθυμητό ζητούμενο από την ποίηση σήμερα.

*Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ: https://www.fractalart.gr/wdines-tis-poiisis/

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s