Γιώργος Δάγλας, Πέντε ποιήματα

Η ΔΙΚΗ

Πότε θα τελειώσει αυτή η δίκη;

Ο εισαγγελέας κατουράει

στο παλιό λιμάνι

και οι ένορκοι

μπεκρουλιάζουν

στο καρνάγιο, απέναντι

στα σκουριασμένα πλοία.

Η συνήγορος

παίζει αμέριμνη με τα σκυλιά της.

Στην άδεια αίθουσα

του δικαστηρίου

ο κατηγορούμενος συνεχίζει

αμετανόητος την απολογία του.

Στη διπλανή πλατεία

ένα ζευγάρι χωρίζει για πάντα.

Πότε θα τελειώσει αυτή η δίκη;

***

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Κατά καιρούς

-καιρούς, που μόνο το κύμα

ακούγονταν να χτυπάει με μανία τα βράχια-

περνούσε από την ερημιά μας

ο τρελός ταχυδρόμος.

Ανέμιζε ψηλά ένα κίτρινο φάκελο

και ούρλιαζε στον άνεμο

στον βόρειο άνεμο ούρλιαζε,

ονόματα, χρονολογίες,

άδειες εισόδου σε ψυχιατρεία, φυλακές

στρατόπεδα, πρακτικά ανακρίσεων,

δηλώσεις μετανοίας, πιστοποιητικά φρονημάτων.

Έσκυβε το κεφάλι,

έβαζε ξανά το φάκελο στη τσάντα του

κι έφευγε ήρεμος.

Τότε άναβε  ξαφνικά ο ξεχασμένος φάρος,

χιλιάδες πλοία γέμιζαν το  πέλαγος

μ’  όλα τα φώτα τους αναμμένα

και τα κύματα χάιδευαν στοργικά τα βράχια.

***

Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Αυτή πλάνη του αιώνιου έφηβου

και η πεισματική μου άρνηση

να συνεργαστώ με τον χρόνο και τις “αρχές”

με κατάντησαν

να γυρνώ, ρέμπελος και άπατρις,

τακτοποιώντας τσαλακωμένα χαρτιά

με ακατανόητα λόγια,

κατηφορίζοντας τους ίδιους δρόμους

συναντώντας τα ίδια άγνωστα βλέμματα

τις ίδιες θλιμμένες προθήκες

την ίδια παρέα που γλεντάει από τότε

την ίδια διαδήλωση που δεν τέλειωσε ποτέ

τα ίδια  χαμόγελα χαρούμενων  κοριτσιών.

Μα το απόγευμα αυτό

ήρθε από κάπου αλλού.

Το είδα από μακρυά και το γνώρισα

σαν μια άγνωστη που σου έμοιαζε

και την ακολούθησα

σε μια μάταιη ελπίδα.

Κάποτε πίστευα

πως θα έγραφα ένα ποίημα

καλύτερο από την “Λευκοθέα”

κι αυτή θα γυρνούσε ξαφνικά

θα μου έβαζε μια ηλιόπετρα στο χέρι

και θα μου έλεγε:

“Πάλι άργησες”, “πάλι σε συγχωρώ”,

“Πάμε”.

`

***

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Όσοι έφυγαν

αφήνοντας πίσω τους

μια πόρτα ανοιχτή

να την χτυπάει ο άνεμος,

όσοι περπάτησαν μόνοι

στις γραμμές του τρένου

με μια βαλίτσα αφημένη στην αποβάθρα

περιμένοντας την αναμέτρηση.

Όσοι στοίχειωσαν τη ζωή μας

χωρίς τελειωμό και λύτρωση,

πάντα σαν σκληρή υπενθύμιση επιστρέφουν.

Επιστρέφουν χωρίς μάτια

με ένα μαύρο πουλί στον ώμο τους

επιστρέφουν

μιαν ανύποπτη κι’ απελπισμένη στιγμή

να κλείσουν αθόρυβα

τη ξεχασμένη πόρτα, πίσω τους.

`

***

ΜΝΗΜΗ

Ήθελα να μιλήσω

για την τελευταία μνήμη,

μα έβρεχε συνέχεια

και οι φίλοι έπιναν μέρες τώρα

κλεισμένοι σ’ ένα παλιό σπίτι.

Κάθε τόσο

κάποιος άγνωστος

χτυπούσε το τζάμι,

ρωτούσε για κάτι ξεχασμένες προκηρύξεις,

για ένα δρόμο που δεν υπήρχε πια

κι έφευγε χωρίς να περιμένει απάντηση.

Για την ξεθωριασμένη μνήμη

των παλιών συντρόφων

ήθελα να μιλήσω

αλλά έβρεχε πολύ

κι αυτός ο άγνωστος

που δεν είχε ξεχάσει τίποτα

συνέχιζε να χτυπάει το θολό τζάμι μας

και να ζητάει εξηγήσεις,

να ρωτάει για τον δρόμο

με το παλιό παράνομο σπίτι

που δεν υπήρχε πια,

το σπίτι που μαζί σχεδιάζαμε

την επανάσταση που δεν κάναμε ποτέ.

*Από τη συλλογή «ταριχευτές πουλιών», εκδ. κύμα, 2020.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s