Θεόδωρος Αγγελής, Από τη “Στάχτη στον ουρανίσκο”

VI.

Αυτές οι μέρες 

μαζεύονται σαν τα κύματα 

που αιχμαλωτίζουν 

τα βαθουλώματα της ακτής 

όταν κοπάζει η θαλασσα 

και μένουν παφλασμού ενθύμια 

τα στεκάμενα νερά.

Σωρεύονται σε εύθραυστα δοχεία

έπειτα στοιβάζονται προσεχτικά

στα φύλλα της καρδιάς της

γιατί το όνομά του δεν έχει τυπωθεί

σ’ ένα ζοφερό γράμμα

και έτσι την θρέφει η προσδοκία

πως οι μέρες αυτές που άγονες περνούν

θα κυλήσουν ξανά αναμεσά τους

σα γάργαρα ρυάκια,

πως ίσως ανακτηθεί ο χρόνος

όταν επιστρέφει.

Σε μάτια αποκαμωμένα 

περνά τους κρίκους της η θλίψη 

μαδημένη σέρνεται η απαντοχή 

ασημωμένη ολόκληρη η κόμη 

και σαν ουλές ρυτίδες ξεπηδούν

όταν σπάει από λυγμούς το δέρμα 

και είναι το πρόσωπό της 

ματωμένο ακρογιάλι 

με δύο φλογίτσες που σπίθιζαν 

και απόμειναν ψυχρές εστίες 

που ανήμπορες αποζητούν 

ένα δώρο απ’ τη μνήμη 

μια εικόνα έστω μουντζουρωμένη 

του κεριού που ζέσταινε το σπίτι 

και το στήθος της βαραίνει 

η ψυχή του σαν κωφεύει 

το σκεύος στο φόβο ψημένο 

με στόμα που πια δε σαλεύει 

το ψωμί απ’ τα δάκρυα βρεμένο 

και μάτια κατοικούν σε πόνο 

που χάδια δεν τον μαλακώνουν 

και μέσα λιμνάζει η στοργή.

Στα θρύμματα της αφοσίωσης 

η γλώσσα της κομπιάζει 

και χείλια χλωμά υπάρχουν 

μονάχα για να ρωτούν 

αν υπάρχει ακόμα ο ουρανός 

αν υπάρχουνε και τα αστέρια.

*“Η Στάχτη στον ουρανίσκο”, Εκδόσεις Σμίλη, 2017.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s