Ένα ποίημα του Bob Kaufman για τον Albert Camus

Καμί, θέλω να μάθω, το παγερό μαχαίρι του ανέμου βυθίζεται αθόρυβα μέσα στην ψυχή, τελικά

Καμί, θέλω να μάθω, ο καθισμένος θάνατος βγάζει ξαφνικά φτερά και πετάει, ταχύτερος και από τις μολυβένιες σφαίρες των Φασιστών…

Καμί, αντάρτη με αμμώδες πρόσωπο από τον Όλυμπο, φωτισμένο μυαλό, που λάμπει ευκρινώς, σε μακρινές ιστορικές κορυφές…

Καμί, θέλω να μάθω, το αιχμηρό κιγκλίδωμα προσομοιάζει με τον Φράνκο, που διατρυπάει της Μαδρίτης την πληγή που στον Γκόγια παραπέμπει

Καμί, θέλω να μάθω, την ανιαρή αισθητική, τον ελαστικό γδούπο εκρηγνυόμενων τροχών, την τριβή της σκόνης στο ατσάλι

Καμί, θέλω να μάθω, κροταλίζει σαν εκείνο το μοιραίο τρένο, που στριγκλίζει στον Φιλανδικό σταθμό

Καμί, θέλω να μάθω, η θλιμμένη κραυγή των απρόθυμων φίλων παρηγορεί τον ετοιμοθάνατο αέρα…

Καμί, θέλω να μάθω, η κραυγή του διαμαρτυρόμενου θανάτου τραγουδάει, σάμπως δεσμευτικός όρκος συγκατάνευσης των εραστών

Καμί, θέλω να μάθω, η δριμεία γεύση του αιχμηρού γυαλιού γλυκαίνει την ξεσκισμένη γλώσσα, την ξερή

Καμί, θέλω να μάθω, η ξινή γεύση της απραγματοποίητης υπόσχεσης διαφεύγει του ετοιμοθάνατου στόματος των ματιών και των χειλιών

Καμί, θέλω να μάθω, το απελευθερωμένο αίμα αναβράζει στο χώμα καυτό, μικροσκοπικές Κόκκινες Θάλασσες

Καμί, θέλω να μάθω, ο κυκλώπειος προβολέας καταυγάζει νευρικές γραμμές ορυγμάτων τελικών επιθυμιών

Καμί, θέλω να μάθω, το μυστικό απόθεμα ανανταπάντητων ερωτημάτων κραυγάζει για λύσεις τελικές

Καμί, θέλω να μάθω, το μάτι του χρόνου τρεμοπαίζει προσδοκώντας επανακατακτημένες εποχές εμπλουτισμένες

Καμί, θέλω να μάθω, το θραύσμα του χαλαζία αισθητοποιεί την κλαγγή της σάρκας όπως ακουμπάει σε χρώμιο και οστό

Καμί, θέλω να μάθω, η διαπεραστική λόγχη του θανάτου μιμείται την απαρνημένη επιθυμία, τη σταύρωση την εσωτερική

Καμί, θέλω να μάθω, ο πνευματικός χυμός εξαφανίζεται τόσο αργά, όπως το αίμα της Σαχάρας των υιών των προφητών

Καμί, θέλω να μάθω, καθρεφτίζει την Αράβισσα κόρη, το φύλο της ανασκολοπισμένο σε κάποιων στρατιωτών το κρασομπούκαλο

Καμί, θα σε ακολουθήσω στα ποθητά πατώματα μαύρων ερήμων, κατά πλάτος στεγών φλεγόμενων φοινικιών…

Καμί, θα συρθώ με γόνατα από γυαλόχαρτο σε όασης βυθούς μυστικών πηγαδιών των Βεδουίνων, αναθεματίζοντας…

Καμί, θα απλώσω το χέρι στον καυτό ουρανό, το καφέ μου στόμα γεμισμένο εύθραυστα τηλέφωνα, άνευ χτυπημάτων…

Καμί, θα ψελλίσω καιρό λατρεμένες ασυναρτησίες μέσα από στιβάδες διαμαρτυρόμενης έξαψης, απαιτώντας…

Καμί, δε θα κραυγάσω παρά μία ερώτηση τρομακτική, ο θάνατος υπάρχει; Καμί, θέλω να μάθω…

*Bob Kaufman, από τη συλλογή “Solitudes Crowded with Loneliness”, New Directions 1965. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s