Χρήστος Μαρτίνης, Από το «Ελίοφορ Φέστους»

Σας στέλνω μια τελευταία αναφορά απ’ το πεδίο.

Λαμβάνοντας υπόψη την ενεργητική συμμετοχή στα γεγονότα, 

              ας μου επιτραπεί ένας τόνος ελαφρώς προσωπικός, 

γιατ’ ήταν οι διαδικασίες σκληρές, σαν να ριζώνουν δέντρα

              μες στο στήθος σου, σαν να περνάς το δάχτυλο πάνω στη 

              σκουριασμένη λαμαρίνα.

Όπως και να ’χει, δεν ξεπέρασα τα όρια, υπέγραψα δηλώσεις, 

              κατέθεσα τ’ απαραίτητα έγγραφα, 

έμαθα να κρατάω το σύρμα με κομψότητα, σαν να κρατάω 

              κρυστάλλινο ποτήρι.

Όπως τα συμφωνήσαμε απ’ την αρχή, 

παρέδωσα τους κεραυνούς μου.

Και βεβαιώνω: δεν σήκωσα τα μάτια μου ποτέ στον ουρανό.

Χαμένος κόπος -δεν αλλάζει το αποτέλεσμα.

Σαν να πετάς χαλίκια για να μπαζώσεις τον γκρεμό, 

τα παρασέρνει ο ποταμός που φούσκωσε μες στα στενά περάσματα, 

όπως φουσκώνει μια κραυγή όταν την σφίγγεις μες στην τσέπη.

Έτσι κατέληξα να γράφω την αναφορά, γιατί με τόσες λίστες, 

                δεκαψήφιους κωδικούς, διαγραφές, τόσους σεισμούς 

                από τις διαρκείς επισυνάψεις, ανοίχτηκε γκρεμός 

και δεν τον γεφυρώνουν τα πρωτόκολλα.

Ακούστε, οι φωνές πάνω στους λόφους δυναμώνουν,

                η πόρτα μας θα σπάσει, θα μπει βροχή να μας δικάσει, 

                τινάζοντας πρίζες, καλώδια, εκτυπωτές, οι ρίζες θα μας δέσουν 

                στις καρέκλες, κι όταν σηκώσουμε το βλέμμα· πατώματα, 

                παράθυρα, ταβάνια θα ’χουν ανοίξει και μπροστά μας 

θα χάσκει το κενό.

                                                     «-Κι αυτό, μπορείτε να το περιγράψετε;

                                                     Κι εγώ της είπα:

                                                     -Μπορώ.»

Συνάντησα τον Ελίοφορ Φέστους στον εξωτερικό περίβολο, 

μέσα στη ζώνη βήτα.

Τήρησα βέβαια τους κανόνες ασφαλείας, 

τα κάγκελα γερά,

ο ασύρματός μου πάντα ανοιχτός στη δεύτερη συχνότητα.

Μας χώριζε η κονσερτίνα, 

ένα συρμάτινο σπιράλ όλο ξυράφια 

—κάθε επτά εκατοστά κι ένα ξυράφι— 

λίγο αν σηκώναμε φωνή θα μας ματώναν.

Σε αρμονία με το πρωτόκολλο, του ’πα πως η υπόθεσή του ήταν 

τελειωμένη, οι προθεσμίες χάθηκαν, απορριφθήκαν οι ενστάσεις, 

φάκελο πάνω στο φάκελο 

-του εξήγησα-

κάτω απ’ τα πρόχειρα χαρτιά μεσ απ’ τους μπερδεμένους πίνακες 

αφίξεων και τους σπασμένους κωδικούς ερχότανε το κτήνος 

να μας πνίξει.

*«Ελίοφορ Φέστους», Εκδόσεις Υποκείμενο, 2019.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s