Λουκάς Λιάκος, Από τη “Φωνή”

Να σε ακούσω

με εκείνο το περιζήτητο της θλίψης

του να ζεις αλλού

αλλά το πού να μην είναι σαφές

υπακούοντας παθητικά οτην εγκατάλειψη

ορισμένων

των οποίων η έπαρση είναι χωρίς ενδιαφέρον.

Να σε ακούοω

δεν είναι παρά ένας άλλος δρόμος να ανέχομαι το αδύνατο

αδιάκοπα μιας κίνησης

που καθρεφτίζει το μέλλον

σε εκείνη την επιφάνεια του νερού

την φτασμένη ως το μυστήριο της συλλαβής των ονομάτων

όλων όσων είπαν τα τελευταία τους λόγια

κι εγώ τα άκουσα

με την απληστία μιας εκούσιας πλάνης 

όπου κανείς δεν είπε ψέματα 

κι εναλλάξ

κανείς δεν είπε ποτέ την αλήθεια 

σε μια ιστορία χρονικά περιορισμένη

όπου το να λες χρειάζεται τουλάχιστον την πρόθεση να πεις 

και το να κυνηγάς προϋποθέτει την ίδια πάντα υπομονή 

σε όσα συχνάζουν εδώ

μα έχουν πάψει από καιρό να προσφέρονται –

και σε ό,τι έχω ήδη

και σε όση αμηχανία μου προξενεί

το ότι δεν υπάρχει τίποτα

που επιτέλους να ολοκληρώνει την πτώση του

τίποτα ανάρμοστα ελεύθερο

στη ζωή και στον θάνατο

κι ακόμα ξέρω

πως δεν γνωρίζω όλα τα λουλούδια 

ή την ιστορία του ανθρώπου εκείνου 

που αν γινόταν μια επανάσταση 

θα ήταν πολύ καλό 

θα ήταν για αυτόν πολύ σοβαρό 

τόσο που θα έχανε τις αϋπνίες του 

και θα τον άκουγα να λέει 

πως εγώ

εγώ ο ίδιος είμαι αρκετός πια σε σημείο 

που κι αυτό σε τίποτα δεν μπορεί να βοηθήσει.

Είμαστε δυο απομακρυσμένες περιοχές 

Οι νόμοι της φυσικής μας μισούν 

Κι ο ήλιος μπερδεύεται

Ήρθες με τα πόδια γυμνά σαν λουλούδια 

γλιτωμένη φοβερή αστραπή λαμποκοπούσες ασπράδι 

απλωμένη στα φτερά του ονείρου 

το πιο ακριβό μυστικό στεκόσουν σμιχτή με τη ζέστη 

προσώπων που δεν ένιωθαν πως ήσαν κόκκινα 

κι η λατρεία δεν υπήρχε 

μόνο η φωνή η δική μου.

Ήρθες κι ήμουνα πεθαμένος 

ήμουν στη γη των πεθαμένων ζωών και συντρόφων 

φυτεύοντας τυχαία σπαρτά αυτοκτονίας 

φτιαγμένα από φλέβες γαλάζιες παγωμένες διαταγές 

θεών που σε μίσησαν σαν να ήσουν το τέλος 

ενός κόσμου που ποτέ δεν συγχώρησε 

ομολογίες.

Ήρθες για δυο χαμόγελα που ζουν ξεχασμένα 

το ξέρεις και το ξέρω πως είναι 

μια θολή μεσημεριανή ευκαιρία σε δυο μαχαίρια να σπιθίσουν 

μα δεν υπάρχει ελπίδα το δέρμα κολλάει στα κόκαλα 

τεντώνεται, βαστάζει τη σειρά των πραγμάτων 

μιας φωτογραφίας που τελικά θα απομείνει 

όπου θα συναντιόμαστε σε αργούς μονολόγους.

*“Φωνή”, εκδ. Bibliotheque, Οκτώβριος 2019.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s