Nicanor Parra, Είναι λησμονιά

Ορκίζομαι, ούτε θυμάμαι τ’ όνομά της,
Κι ίσαμε να πεθάνω θα τη λέω Μαρία,
Όχι από απλό ποιητικό καπρίτσιο,
Αλλά απ’ την όψη της που θύμιζε πλατεία
Επαρχιακή. Τι χρόνια εκείνα! Εγώ ένα σκιάχτρο,
Εκείνη νέα ωχρή και συνοφρυωμένη.
Γυρίζοντας μια μέρα από το λύκειο
Έμαθα για τον άδικο χαμό της,
Νέο που μ’ έκαμε να νιώσω
Μια τέτοια πίκρα που έχυσα ένα δάκρυ
Σαν το άκουσα. Ναι, ποιος θα το πίστευε!
Κι αυτό γιατί αισθανόμουνα ζωντάνια.
Αν πρέπει να πιστέψω αυτό που μου είπαν
Εκείνοι που μου δώσαν το μαντάτο,
Πρέπει να πω, χωρίς αμφιταλάντευση,
Πως πέθανε λέγοντας τ’ όνομά μου,
Κάτι που μου κάνει έκπληξη, γιατί
Δεν ήταν τίποτε άλλο από μια φίλη.
Μαζί της δεν είχα άλλου είδους σχέσεις
Απ’ τις απλές της αυστηρής ευγένειας,
Τίποτε άλλο από λόγια και παρλάτες
Και κάτι αναφορές σε χελιδόνια.
Τη γνώρισα στο χωριό μου (που από δαύτο
Δε μένει τίποτε άλλο από ερείπια),
Αλλά άλλο ριζικό σ’ αυτή δεν είδα:
Από αυτό της σκεφτικής και της θλιμμένης
Νέας. Κι ήταν τόσο έτσι που της έδωσα
Το ουράνιο όνομα Μαρία,
Κάτι που αποδείχνει με σαφήνεια
Την κεντρική ακρίβεια του πιστεύω μου.
Ίσως κάποια φορά τη φίλησα,
Ποιος δε φιλάει τις φίλτατές του φίλες!
Αλλά λάβετε υπ’ όψη σας πως το ’καμα
Χωρίς καν να το καταλάβω, κι ούτε
θα το αρνηθώ, αυτό ναι, πως μου άρεσε
Η αόριστη και άϋλη συντροφιά της
Που έμοιαζε με το γαλήνιο πνεύμα
Που ζωογονεί τα σπιτικά λουλούδια.
Κατ’ ουδένα μπορώ να κρύψω τρόπο
Τη σημασία που είχε το χαμόγελο της
Ούτε να υποτιμήσω την επίδραση
Που είχε ακόμα και στις πέτρες.
Ας προσθέσουμε, ακόμα, πως της νύχτας
Ήταν τα μάτια της αξιόπιστη πηγή.
Όμως, παρ’ όλα αυτά είναι αναγκαίο
Να καταλάβετε πως δεν την αγαπούσα
Παρά μ’ αυτό το αόριστο συναίσθημα
Που νιώθουμε γι’ άρρωστο συγγενή μας.
Ωστόσο, μου συμβαίνει κάτι, ωστόσο,
Που μου κάνει εντύπωση ακόμα, εκείνο
Το περίεργο κι ανήκουστο: εκείνη
Να πεθαίνει λέγοντας τ’ όνομά μου,
Εκείνη, πολλαπλό άσπιλο τριαντάφυλλο,
Εκείνη, μια γνήσια λάμπα φωτός.
Έχουν πολύ δίκιο οι άνθρωποι,
Που μέρα-νύχτα διαμαρτύρονται
Πως δεν αξίζει αυτός ο ψεύτης κόσμος
Ούτε μια κάλπικη δεκάρα:
Είναι πιο έντιμο ένα μνήμα,
Αξίζει πιο πολύ ένα βρεγμένο ψύλλο.
Όλα είναι ψέμα, τίποτα δε μένει, ούτε
Του κρυστάλλου το χρώμα που κοιτάζεσαι.

Είναι μια μέρα ανοιξιάτικη, γαλάζια,
Πιστεύω πως θα πεθάνω από ποίηση,
Από κείνη τη μελαγχολική κοπέλα,
Δε θυμάμαι ούτε τ’ όνομά της.
Μόνο ξέρω πως πέρασε απ’ τον κόσμο
Σαν μια περιστερά ψυγάδα:
Την ξέχασα δίχως να θέλω, αργά,
Καθώς όλα τα πράγματα στη ζήση.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα και Αντιποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002.
**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s