Μπίλη Βέμη (1954-2012), Δύο ποιήματα

Clair de Lune

ΣΥΡΜΟΣ

Κάτω άπ’ τό φεγγάρι ξεπλένει τή βρωμιά της ή πολιτεία
μετράμε τά θύματα τής μέρας
τά κουμπιά πού λείπουν άπ’ τό μυαλό μας
τις σάπιες κουβέντες πού μάς θρέψανε
Κάτω άπ’ τό φεγγάρι οι άλήτες
κυνηγούν τά σημάδια τής μοίρας τους πού ξεφεύγει

Προσπάθησαν καί σήμερα νά κινήσουν
τό μηχάνημα πού τρέκλιζε
γύριζαν τις ράγες άνάποδα
στερέωναν τις ρόδες μέ τά μάτια τους

Λαχανιάζουν οί δείχτες
χτυπώντας τις κορφές τής ώρας μ’ ένα ρυθμό χαλασμένο
ποτισμένο ύγρά άπό τό σώμα τού νεκρού
πού τώρα παίζει μές στις καλαμιές
μ’ ένα άπ’ τά κόκαλά του γιά φλογέρα
έλεύτερος νά χρησιμοποιεί τά μέλη του όπως θέλει
Τί τραγούδια πάλι
γύρισαν τά μέσα τους έξω όλες οί φλούδες των δέντρων
ό χυμός τους κυλάει τραγουδώντας
ραντίζει τις ρίζες καί τά πιστά ζωύφια
πού τελειώνουν τόν κύκλο τους πνιγμένα στό μέλι
Κι ή φιλολογία μελετιέται σ’ έργαστήρια άνατομίας
Όλα τά μυστικά βγαίνουν έξω μέ τό ψαλίδι
στις λαβίδες τών καθηγητών
ξεραίνονται κομάτια άπ’ τούς ήρωες
περιμένουν τή διάγνωση
καί τό ραδιόφωνο συνοδεύει τή νεκροψία

Αύτός ό ποιητής είχε τόσες φλέβες στούς στίχους του
ό Δημοσθένης σκληρό κόκαλο καί πέτρα στό νεφρό
ό Όμηρος γεμάτος πόρους γιά ν’ άνασαίνουν τά έπίθετα

Είναι ώρα
θά κόψω τή γλώσσα στά εύαίσθητα σημεία της
μπροστά μου ξεδιπλώνονται σάρκες νωπές
κι άλλες ξεραμένες άπ’ τό χρόνο
κι οί φωνές τους φτάνουν γυμνές
μές άπ’ τά γράμματα
Καθηγητές μέ τό γενάκι τους νά τρέμει
δίνουν στά βιβλία τή δική τους μυρουδιά
άπό κλεισούρα κι έγκράτεια
Ξεραινόμαστε
μείναμε πήλινες πινακίδες μέ ταπωμένα χναρια
ανθρώπινης κίνησης

Καί χιονίζει πάνω σέ γυρμένα πτώματα
άλογα σκυλιά κι άνθωποι
πετρωμένα απ’ τό θάνατο
χιόνι
χιόνι
κι όλα τά χνάρια μας σβήνουν χιόνι παγοποιός ταριχευτής φωτογράφος
ό μεγαλύτερος γλύπτης γι’ άποψε
όλα τά κορμιά στεγασμένα άπ’ τό χέρι του

***

ΤΟ ΣΚΥΛΙ

Ι
Τό σκυλί γύρισε πάλι μέ τά δόντια του γεμάτα κόκαλα
ένα ήλεκτρικό λαμπιόνι κάτω άπ’ τή γλωσσά του
κάνει τόν εγκέφαλο διάφανη μεμβράνη
καί σφυρίζουν στό φώς τά σαρκοβόρα όνειρα

ΙΙ
Κανείς δέν είδε τό σκυλί νά φεύγει
τά κόκαλα όμως ποΰχε κρύψει στις ρίζες των τοίχων
τρίζαν τις νύχτες
κι άς τούς δίναμε διάφορά ονόματα να ησυχάζουν
Βγαίναν κάθε βράδι
παρακινώντας τό ένα τ’ άλλο μέ φωνές πνιχτές
βγαίναν καί δείχναν κατά τό νοτιά
νά μήν ξεχνάμε πώς τό σκυλί
τροχάει άλλοϋ τά δόντια του

*Δημοσιεύτηκαν στο ”Τραμ” Δεύτερη Διαδρομή, Τέταρτο τεύχος, Θεσσαλονίκη 1977.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s