Γιάννης Κοντός, Ο γέρος

Φοράει τά χρόνια του κατάσαρκα
Θυμάται τις σκάλες.
Στό βάθος τό γραφείο, τά σκόρπια χαρτιά.
Μετά ένας μεγάλος πόλεμος.
’Ιδεολογίες, βιομηχανίες, έπαναστάσεις
καί τά ψάρια άνέβηκαν στά δέντρα γιά νά σωθούν.
Γυρνάει στά προσωπικά του.
Αγάπησε μερικούς άνθρώπους,
είδε μουσικές νά ξεχνιούνται.
Κάπνισε πολλά τσιγάρα. Πρόλαβε
νά άκούσει λίγες φορές τόν ούρανό
χωρίς άεροπλάνα. καί αύτό ήτανε
τούπεσαν τά δόντια, σακκούλιασε.
Φωνάζει άνύπαρκτα ονόματα
—βουβές παρενθέσεις— Μέ βρογχοκήλη,
μέ πλατυποδία, μέ έμφυλίους πολέμους.
Τυλιγμένο σέ έπιδέσμους τό τηλέφωνο
—ούτε άκούει, ούτε τόν άκούνε—
περιστρέφεται ή ζωή δίσκος έβδομήντα όκτώ
στροφών. Ή βελόνα τόν σκάβει
τό τραγούδι άκούγεται στραπατσαρισμένο.
Δέν μπορεί νά βαδίσει πιά. Μέχρι χθες
σερνότανε μέ τά τέσσερα. Τώρα είναι
στό κρεβάτι άνάσκελα καί κοιτάει
τόν κήπο του στό ταβάνι.
Στό κομοδίνο γυαλίζει ή μασέλα του
κάτασπρη νύχτα — άγνωστο αύριο.
Καπνοί τόν ζώνουν καί βήχει
τά παλιά καί τά καινούργια.

Τυφλοπόντικες στίχοι σκάβουν λαγούμια.
Βγάζουν γιά λίγο τό ρόγχος έξω.
Κοιτάνε.
Τρομάζουν καί ξαναχώνονται στό χώμα.

Ό γέρος όμως ζεί καί ξέρει
πώς γίνεται τό σίδερο μπαμπάκι.

*Δημοσιεύτηκε στο ”Τραμ” Δεύτερη Διαδρομή, Τέταρτο τεύχος, Θεσσαλονίκη 1977.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s