Erich Muhsam, Τέσσερα ποιήματα

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΠΙΝΟΥΝ*

Τα μάτια μου πίνουν τα βλέμματά σου
Η ψυχή μου ξέρει τα αισθήματά σου.
Ω, λες και η βαριά νύχτα θα μπορούσε να μας εκφράσει
Με επίμονο συνένοχο ένα αστέρι.

Τα χέρια μου ψάχνουν τον πόθο σου
Και τα χείλη μου φιλούν τη λαχτάρα σου
Μισείς τη φυγή της νύχτας που ουρλιάζει;
Βλέπεις το μάτι του Φεγγαριού που στάζει αίμα;

Σφίξου επάνω μου -έτσι θα είμαστε ενωμένοι
Η μοίρα σου θα ταυτιστεί με τη δική μου.
Εσύ -εμείς οι δύο μόνοι- και ο κόσμος τώρα πια μακρινός…
Κοίτα, υπάρχει επίσης το αστέρι, το αστέρι.

*Meine Augen Trinken, 1904.

***

ΚΑΘΕ ΝΥΧΤΑ*

Κάθε νύχτα σηκώνομαι
πίσω μου ένα μέλλον
που δεν φαίνεται πια,
που νοερά
έχει ήδη συμβεί

Νέες εικόνες γεννιούνται,
κόσμοι περιστρέφονται
γύρω από άξονες που αλλάζουν: γεννιούνται
πεθαίνουν, αγαπούν, δημιουργούν.

Τα περασμένα ξεσκίζονται
Ουρλιάζοντας στροβιλίζοντας
ο κόσμος γκρεμίζεται
μέσα στον λάκκο. Φωνάζει η ζωή!

*Jeden Abend, 1909.

***

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ*

Είμαι ένας οδοιπόρος χωρίς προορισμό
που βλέπει τη φωτιά και δεν ξέρει πού καίει
και τον κόσμο διατρέχει προς παράξενους ήλιους.

Ένας ονειροπόλος δεν είναι παρά ένα απατηλό αμυδρό φως,
που στις ακτίνες του ήλιου ψάχνει το χρυσό ,
που του διαφεύγει από την αφύπνιση την οποία εποφθαλμιά.

Είμαι ένα αστέρι που φωτίζει τον θεό του,
που ρίχνει τη λάμψη του σε σκοτεινούς ήλιους
και πέφτει μια μέρα μέσα στη χλωμή αιωνιότητα.

Είμαι το νερό που τρέχει και δεν εκβάλλει,
που σκορπίζει τις γκρίζες σκόνες,
που φιλά και τρέχει -και απολαμβάνει τον πόνο και τη χαρα.

Υπάρχει κάποιος που να ξέρει να δώσει ένα όνομα στην ύπαρξή μου,
χωρίζοντας τον κόσμο μου από το όνειρό του,
Είμαι ένας οδοιπόρος χωρίς προορισμό.

*Ich bin ein Pilger, 1904.

***

ΟΤΑΝ ΣΠΑΖΩ ΤΗΝ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ*

Όταν σπάζω την παγωμένη επιφάνεια
που αντηχεί από τα βήματα στο κρύσταλλο
κι όταν ο άνεμος σκορπίζοντας ρίγη
ουρλιάζει και γελά στις απόμακρες κορυφές,

τότε νιώθω τη θέρμη των αισθημάτων σου,
ξέρω ότι τα όνειρά σου ακολουθούν το βήμα μου
και κάθε φάντασμα γύρω μου σιωπώντας
ή καγχάζοντας χτυπά ανίσχυρο τη χαρά μου

κι ακόμη κι αν ο διάβολος ο ίδιος μου ρίχνει
με τον άνεμο της νύχτας το δηλητήριό του
μέσα από ένα μπουκάλι οπάλιου φεγγαριού,
αμέσως εσύ θα φανείς ως σύντροφος και φίλη,
και μπροστά στον έρωτα θα εξαφανιστεί
κάθε τρόμος.

*Wenn ich den frosterstarrten Boden treten, 1914.

**Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Erich Muhsam – Από το καμπαρέ στα οδοφράγματα”, Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα Δεκέμβρης 2006. Γενική επιμέλεια έκδοσης: “Lubbener strasse 22, SO 36”.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s