D.H. Lawrence, Από “Το πλοίο του θανάτου”

IV

0 let us talk of quiet that we know,
that we can know, the deep and lovely quiet
of a strong heart at peace!

How can we this, our own quietus, make?

’Ώ, άφήστε μας νά μιλήσουμε γιά τή γαλήνη πού γνωρίζουμε
γι’ αύτήν πού είμαστε σέ θέση νά γνωρίζουμε,
γιά την ωραία καί βαθιά γαλήνη μιας δυνατής
καρδιάς έν ειρήνη;

Πώς θά πετύχουμε τή λύτρωσή μας!

V

Build then the ship of death, for you must take
the longest journey, to oblivion.

And die the death, the long and painful death
that lies between the old self and the new.

Already our bodies are fallen, bruised, badly bruised,
already our souls are oozing through the exit
of the cruel bruise.

Already the dark and endless ocean of the end
is washing in through the breaches of our wounds,
already the flood is upon us.

Oh build your ship of death, your little ark
and furnish it with food, with little cakes, and wine
for the dark flight down oblivion.

Φτιάξτε λοιπόν τό πλοίο τοΰ θανάτου, γιατί πρέπει
νά φύγετε γιά τό μακρύτερο ταξίδι, γιά τή λησμονιά.

Καί νά χαθείτε μ’ έναν θάνατο, άργόσυρτο κι έπώδυνο
πού βρίσκεται ανάμεσα στόν νέο καί τόν παλιό εαυτό σας.

Τά σώματά μας έπεσαν, μωλωπισμένα, άγρια μωλωπισμένα
ήδη οί ψυχές μας στάζουν μές άπ’ την έξοδο
τοΰ ώμου μωλωπισμού.

’Ήδη ό ζοφερός απέραντος ωκεανός τοΰ τέλους
εισρέει στ’ ανοιγμένα τραύματά μας,
μάς σκεπάζει ήδη ή πλημμύρα.

’Ώ, φτιάξτε τό καράβι τοΰ θανάτου, τή μικρή σας κιβωτό
καί εφοδιάστε το μέ τρόφιμα, κρασιά καί κέϊκ
γιά τή σκοτεινή σας πτήση κάτω κεΐ στή λησμονιά.

VI

Piecemeal the body dies, and the timid soul
has her footing washed away, as the dark flood rises.

We are dying, we are dying, we are all of us dying
and nothing will stay the death-flood rising within us
and soon it will rise on the world, on the outside world.

We are dying, we are dying, piecemeal our bodies are dying
and our strength leaves us,
and our soul cowers naked in the dark rain over the flood,
cowering in the last branches of the tree of our life.

Τό σώμα λίγο-λίγο αργοπεθαίνει, καί ή άτολμη ψυχή
έχει ξεπλύνει την πατημασιά της, καθώς ή ζοφερή
πλημμύρα ανατέλλει.

Πεθαίνουμε, πεθαίνουμε, δλοι μας πεθαίνουμε
καί τίποτα δεν πρόκειται νά σταματήσει
τήν πλημμύρα τού θανάτου πού επέρχεται εντός μας
καί συντόμως στόν κόσμο θά έπέλθει,
δηλαδή στόν έξω κόσμο.

Πεθαίνουμε, πεθαίνουμε, τό σώμα μας άργοπεθαίνει
καί ή δύναμή μας μάς αφήνει,
κι ή ψυχή γυμνή ζαρώνει στή σκοτεινή βροχή τής πλημμυρίδας,
στά έσχατα κλαδιά ζαρώνει τού δέντρου τής ζωής μας.

*Από τη συλλογή “Το πλοίο του θανάτου”, δίγλωσση έκδοση. Εκδόσεις θράκα, 2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s