Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Σύγχυση

1

Ήτανε αποπνικτικά απ’ τις καυτές του ήλιου τις αχτίδες
Το βλέμμα του – αχτίδα.
Σκίρτησα στη στιγμή:
Αυτός μπορεί να με εξημερώσει.
Έσκυψε, σα να ’θελε κάτι να πει.
Αίμα στο πρόσωπο αναβλύζει.
Ας γίνει της ζωής μου ο έρωτας Η επιτάφιος πλάκα.

2

Δε μ’ αγαπάς, δε θες να με κοιτάξεις,
Ω, πόσο όμορφος είσαι, καταραμένε!
Να πετάξω πια δεν μπορώ,
Εγώ που από μικρή φτερά δικά μου είχα.
Τα μάτια στην ομίχλη καρφωμένα
Συγχέονται πρόσωπα και πράγματα
Και μόνο μια κόκκινη τουλίπα,
Στο πέτο σου ξεχωρίζει.

3

Όπως προστάζει ο απλός σεβασμός,
Πλησίασες χαμογελώντας,
Μισοτρυφερά, μισοβαριεστημένα,
Τα χείλη άγγιξαν το χέρι –
Και μυστηριώδεις, αρχαίες μορφές
Με κοίταξαν στα μάτια …
Δέκα χρόνων αγωνίες και κραυγές
Για όλες τούτες τις νύχτες της αγρύπνιας
Μια λέξη ήρεμη Τους πρέπει: Μάταια.
Έφυγες, και στην ψυχή μου πάλι
Όλα άδεια και καθάρια είναι.

1913

***

Εσπέραν

Ανείπωτος ήταν ο καημός
Της μουσικής π’ ακούστηκε στον κήπο.
Τα στρείδια στην πιατέλα με τον πάγο
Έντονα της θάλασσας αρώματα μοσχοβολούν.

«Είμαι φίλος πιστός!» μου είπε εκείνος
Κι άγγιξε το φόρεμά μου.
Δε μοιάζουν όμως μ’ αγκαλιές
Τ’ αγγίγματα τούτα των χεριών.

Έτσι χαϊδεύουν γάτες ή πουλιά
Τις όμορφες, έτσι κοιτούν, τις αμαζόνες
Έτσι το γέλιο ήρεμο στο βλέμμα φαίνεται
Κάτω από των βλεφαρίδων το χρυσάφι.

Κι υμνούν οι πένθιμες φωνές
Απ’ την πλατύφυλλη βελανιδιά.
«Ευλογημένοι οι ουρανοί
Μόνη, για πρώτη φορά, με τον αγαπημένο».

Μάρτιος 1913

*Από τη συλλογή “Ροζάριο”, Εκδόσεις Φίλντισι / Samizdat, Μάρτιος 2012. Μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s