Yvan Goll, Δύο ποιήματα

Η κόρη του βάθους

Κόρη τοΰ βάθους, πώς νά σε δεσμεύσω στο γυάλινο κατάλυμα τοΰ φεγγαριού
Πώς νά περιζώσω το μαγικό σου μάτι μέ τά σύννεφα τής βιαστικής λήθης
Πώς νά σέ συνταιριάζω μέ τη στρογγυλάδα τής γής;

Επιληπτική στο νέο φεγγάρι
Πώς νά δαμάσω τή θάλασσα τών σπλάχνojv σου
Πού ξεχειλίζει τις όχθες τού άνθρώπινου;
Πώς νά πιάσω τά πύρινα ψάρια στά άπιστα δίχτυα μου;

Κι όταν το όλόγεμο φεγγάρι σ’ άφήνει έγκυο μέ σπόρο τοΰ αφιονιού
Πώς νά σβήσω τον πυρετό τών άγρυπνων βουνών
Πώς ν’ άποδιώξω τή νεκρική φωτοχυσία τών ρουμπινιών σου

’Αλλοίμονο μόνο στή χάση τού φεγγαριού
Πού τά ποτάμια στενεύουν καί σβήνει
Το φεγγερό σπαρτό τών ματιών σου
Ή φωνή σου βραχνή σάν τών ιερών ζώων
Υποτάσσεται στο κυνηγητό τής καρδιάς μου

***

Η καλύβα της στάχτης

Δεν είχαμε σπίτι οπιος οι άλλοι στή σίγουρη βουνοπλαγιά
Έπρεπε πάντα όλο και πιο μακριά νά φεύγουμε
Πάνω στο χιόνι πού δεν ήταν ούτε άλάτι ούτε ζάχαρη
Πλάϊ στούς στρογγυλούς κώνους τής σελήνης

Ικέτευες τά προστατευτικά πουλιά
Πού ψηλά στον αιθέρα ταξίδευαν στούς τάφους τής Αφρικής
Ό δρόμος τής λησμονιάς ξεδίπλωνε μακριές κορδέλλες
Κι ούτε λουλούδι ωχρό δέ ρέμβαζε στο μονοπάτι

Τά μεσάνυχτα βρέθηκε μιά καλύβα άπό στάχτη
Άκούγονταν το ειρωνικό ούρλιασμα των λύκων
Μέ δαυλιά τούς κράταγα μακριά
Κι έπιασα στο τσουκνίδινο ρυάκι ένα λαδένιο ψάρι
Πού γιά πολύ μάς θέρμαινε
Ή κλίνη ήταν άπέραντη άπό χιόνι σμιλεμένο

Κι εκεί έγινε τό θαύμα:
Χρυσό το σώμα σου άστραφτε σάν νυχτερινός ήλιος

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη”, Εκδόσεις στιγμή, 2002. Μετάφραση: Δ.Π.Παπαδίτσας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s