Θανάσης Παπαδημητρίου, Κοιμωμένη Ηπειρώτισσα

Προοίμιο.
Ένα παντζούρι παίζει με τον άνεμο
Μακρόσυρτος συριγμός, επαναλαμβανόμενος
καμπάνες αγγέλλουσες Ανάσταση
Ακαθόριστα βήματα επί της Προποντίδος.
Μετρώ εικοσιπέντε χρόνια ρέμβης
Ξοδεμένα στο κυνήγι ιριδιζόντων οφθαλμών
Ή έστω κόγχης αδειανής,
Να την προλάβω με δυο επιρρήματα.

Χρόνος, διάσταση της αφαίρεσης
Χρόνια που τ’ άθροιζες σε προπολεμικό τετράδιο
Κοιτώντας τη φωτογραφία του προπάππου,
Θύματα υγρασίας κι αυτή κι εσύ.

Τώρα ένα ρολόι στον τοίχο απόμεινε
Για να ξηλώνει σταθερά τα δώματα της μνήμης.
Να εξιστορεί το πάγωμα και ίδρωμα των τοίχων
Την απουσία μουσικής και τη σβηστή εστία.

Σφαλίζω τα μάτια και στο βουνό διακτινίζομαι
Μυρίζει πεύκο κι αγριοχόρταρα
Εκεί, στην κορυφή της Τραπεζίτσας
Θα ήτανε του Αγιώργη ή μάλλον Ψυχοσάββατο
Στη γειτονιά ετοίμαζαν
πίτες και πρόσφορα οι γυναίκες.
Κι ο ιερέας λιβάνιζε, στα κενοτάφια μονολογώντας

Μορφή από άλκιμο ρόμπολο, Πινδαία μαχήτρια θυμίζεις
Έργο των επιδέξιων μαστόρων του Φθινοπώρου

Αυτοί σε ασπρόχωμα λαξεύσαν την οργή αρχαίας λύκαινας
Που δολερά κάποτε δέσανε στο ρέμα οι Πεκλαρίτες
Να φτιάξουνε απάνω της το πρώτο τους γεφύρι.
Και την ουρά της την παχιά, έβαλαν για καμάρα
Και για κλειδί αλύχτημα το αίμα να παγώνει.

Πλην, στιλβωμένο στη ματιά απείθαρχο, εωθινό ανεμοχάλαζο
Αιφνίδια σφυροκοπά τους αμετροεπείς κυνηγούς της Άνοιξης.

Πάντως εγώ που δεν σε γνώρισα παρά για μιαν αναπνοή
Θυμάμαι τα τριαντάφυλλα που ανθίζουν μόνο Μάη
Σ’ εκείνο τον περίβολο έξω από το μαντζάτο
Και τι ροδόνερο έδιναν και μύριζε το σπίτι.

Τότε κρεμάγαν, τα παιδιά, βατράχια απ’ τα ποδάρια
Ποθώντας να ξορκίσουνε με τη βροχή την ξέρα
Και συ που παραμόνευες τις Τούρκισσες, να μάθεις
με τι βοτάνια μυστικά πλενόντουσαν τη νύχτα
κι αστράφτανε τα πρόσωπα και ρόδιζε το δέρμα,
ξανά δεν σάλεψες ν’ αφηγηθείς τους θησαυρούς του Μάρτη.
Μηδ’ ανεπαίσθητα χαϊδεύοντας τον ασημοσταυρό της βάπτισης,
ζήτησες απ’ τον άνεμο χρησμό βραχνού προφήτη.

Μονάχα πια το αποτύπωμά σου μένει
Παγωμένο ίχνος, ανεπαίσθητο
Μνήμα αμνημόνευτο, μονήρες

Στης Κόνιτσας την φιλύποπτη μοναξιά.
Πλάι στις ρούγες εμφύλια λουφάζουν πάθη
Και στο λυκόφως κατεβαίνουν οι σκιές
Όσων τσακίστηκαν στ’ άρρητα βάραθρα της Τύμφης.

Στήνουν χορό στην ποταμιά και γάμους στην πλατεία
Ραίνουν με μαύρο τσίπουρο το χώμα να καθίσει
Και τριγυρνάν ανίσκιωτοι κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
Για ντέφια έχουν κεραυνό, βιολιά καρδιά ελάτου
Δοξάρια από του τραγιού την κάτασπρη γενειάδα.

(Η θύμησή σου εχέμυθος δεκαπεντασύλλαβος)

Όταν περάσει καιρός
Και τα μαλλιά μου λιγοστέψουν
Όταν η αναπνοή κομμένη σ’ εφτά όγδοα
Τραγουδιστή δύσπνοια, υφάνει το νεκροκρέβατό μου
Τότε θα σηκωθώ σου υπόσχομαι
Να σε ματαπαντήσω

Το ρόμπολο το ξέρω. Στέκει μονάχο οδόσημο
Κει που κυρτώνει το μονοπάτι.
Ράθυμων ορειβατών, καρτερικών τσοπαναραίων,
φαεινέ αμάραντε.

Και το απαρηγόρητο σαρκίο μου
Που σκίστηκε απ’ τα χρόνια
Και βάρυνε⸱ και μου ‘γινε δύστροπος οδοιπόρος
Ίσως ταιριάξει στο δικό σου
Που ετάφη από τις βροχές κι απ’ τις πευκοβελόνες

Παίρνω, υποκλέπτω προσκέφαλο
Κέδρο και κουκουνάρια
Σάβανο ράβω από τζουχιά
κι απ’ άγρια τσουκνίδα

Ρόγχος επιθανάτιος
Το βουητό
του Αώου.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s