Ζ. Δ. Αϊναλής, Από την “Η μονωδία της έρημος“

Καμιά φορά σταματάς μες στη λευκόχροη έκταση. Οι λόφοι πασπαλισμένοι με την άμμο του χρόνου και το φεγγάρι να θρύβεται. Η επιθυμία εκτείνεται στον ορίζοντα αποδεκατισμένη, κατάλοιπα θλιβερά στρατού ηττημένου, πτώματα αμέτρητα σκουλήκια τσακάλια σκυλιά – ο Ερμάνουβις με τον Αϊ-Χριστόφορο αλυχτάν κάτ’ απ’ το δακτυλίδι μιας δαγκωμένης πανσέληνου που διακλαδώνεται δυσοίωνα στο στερέωμα. Και τότε τα μάγια σου σταματάνε τον χρόνο και τον τέμνουνε κάθετα. Μια όαση που δεν το ξέρεις αν είν’ οφθαλμαπάτη αναφαίνεται από το πουθενά. Δέντρα ψηλά καθάρια νερά χλόη πουλιά κρυμμένα μυστικά. Έχει στα χείλια κάτι το χιλιαστικό κι ανασαίνει αχόρταγα έναν παλιό Θεό. Γυρίζω να σε δω. Η επιθυμία γεννιέται ξανά, ανοίγουν οι ουρανοί και τ’ όραμα κυβερνά. Ανδρίζου και πρόσμενε. Σε πιάνω απ’ το χέρι και βαδίζω μπροστά.

***

Η πόλη μας θα ’ν’ αστέρια και κρίνοι, τουλούπες καπνού και φτερά, ο ίσκιος μιας χουρμαδιάς στη σελήνη, μια κρήνη, η πατημασιά μιας γαζέλας στην άμμο, τα γέλια στη σιγαλιά, η φεγγαροντυμένη κόρη να περπατά στο μέσον της λίμνης, Ουριήλ με μυριάδες φτερά να κατεβαίνουν στρατός και να πίνουν απ’ τα ουράνια νερά, κομήτη ουρά, και η έλαφος να την πλησιάζ’ υπερήφανα, ρήγισσα σε ρηγάτα μακρινά, ιχνογραφώντας τις επιφάνειες κι ενσταλάζοντας σε κάθε βήμα της λόγια αειφόρα φυλακτά.

*“Η μονωδία της έρημος”, Eκδόσεις Kέδρος, 2019.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s