Κωστής Τριανταφύλλου, γιά τή μεγαλούπολη πού δέ χωνεύω

ΑΓΑΠΗΣΤΕ
τήν άλητεία
την έπαιτεία
τήν έρημο πού σας γδύνει

α.
γυρνάει
χωρίς ναγγίζει
τά φύλλα τού γνωστού βιβλίου
τού χρόνου σά σήμερα
πώς ναγγίξω άλλιώς τίς λέξεις
πρέπει κανείς νά μή μέ βλέπει
γιά νά σηκώσω

νά ξεσηκώσω τό βάρος
τής άδειας μου τσέπης
τής άδειας μου τσάντας
τών άδειων μου χεριών
τού άδειου
χωρίς τήν άδειά οας
πώς νά μασήσω τις λέξεις
πώς νά μήν τις μισήσω
βρίσκω δυό έφημερίδες χτεσινές
μασημένες ατά χέρια σας
βρίσκω δυό ζαρωμένα αποτσίγαρα
μασημένα στά δόντια σας
βρίσκω τά χέρια μου
μασημένα άπ’ τις άδειες τσέπες
μασάω τά σάλιο μου
φτύνω αίμα
άπό τά λιγδωμένα μου μαλλιά στάζουν χλωμές γοργόνες
παίρνω ό,τι βρίσκω
μιά καχύποπτη ·
που κι έγώ δέ ξέρω τί θέλει
παίρνω τά σίγουρα βήματά σας

ό τόπος μου είναι μακρυά
καθαρίζω τήν τσατσάρα μου άπό τά μπλεγμένα όνειρα
κλέβω άπ’ τή ματιά σου
κι άπ’ τό χορτάτο σου χασμουρητό
τίπσοτα δέ γίνεται σίγουρα
ξαναγυρίΖω στήν κλεμμένη μου οργή

β.

πάντα άδειες οί καρέκλες
— πού μας φτιάξαν γιά νά καθόμαστε —

παρόλα αυτά ήθελε άκόμα
νά αίστάνεται τό πρόσωπό της
σέναν περαστικό
γλυπτό στά νιάτα του πούχε πιά χαλάσει
ποιος νοιάζεται πιά!
προσπάθησε νά φτιάξει ταποκαρδιωμένα χείλια της
κάθισε στίς άδειες καρέκλες
μίλησε γιάλλο θέμα

ένα έρωτευμένο Ζζευγάρι
κάθισε πάνω της

γ.

σένα πάγκο δυό γενιές κουβεντιάζουνε
ένα μπαστούνι κρέμεται / περιμένει
νά σηκώσει τό βάρος τού ενός
ή συζήτηση κρέμεται άπό ένα σπάγγο

όταν ξαναπέρασα είδα
δυό μπαστούνια
αύτοί πού κουβεντιάζανε είχανε φύγει άγγαλιασμένοι

δ.

ή σιωπή είναι ένα αύτοκινητιστικό δυστύχημα
πού δέν έγινε
είναι ό,τι δέν έγινε
δέν ύπήρΕε
ένας δρόμος μέσα άπ’ όλα

ό,τι δέ λέγεται
ό,τι δέν άκούγεται
ό,τι δέν μπορούμε

ή σιωπή μέσα στήν άγγαλιά
ή σιωπή μές στή σιωπή
σιωπή κραυγή
σιωπή διαιώνιση

τρέχω νά σέ προλάβω
έχεις φύγει
Τι νά μοΰ κάνει τό μπουζούκι σου
τρέχω νά προλάβω
έχω φύγει
έχω χαθεί
μές στά χαρτιά μου
σκόρος είναι ή σιωπή

παίζω μέ τή σχιζοφρένεια
λές μέ χειροπέδες ή κομπολόι

άλητεύω σέ τυραννικές περιοχές
μέ φτερωτούς παλαιστές πού έξοντώνονται

αν ή σιωπή δέν είναι ένα παιχνίδι
πώς έγώ τής ξεβίδωσα τήν πίσω ρόδα;

δυό χέρια σφιγμένοα
δάχτυλο μέ δάχτυλο τί σφίγγουνε;

χειρονομεί τι χαίρεται;
ένα αιχμηρό ηρόσωπο
ένα δάχτυλο δυσανάλογο σά μιά σειρά στραγάλια
ένα πρόσωπο φράχτης κι ή υγρασία στά μάτια του

μιό φριχτή σιωπή μάς έπιπρέπει

*Από το βιβλίο “αποσπάσματα του Κωστή 1967-1973”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Απρίλης 2015.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s