Χρήστος Ε. Παλαιοπάνος, από το «…ύστερα θα καούν τα σάλια»

IV
“Ούτος εκείνος” της λαχτάρας του αίματος μπορεί

να τον παθαίνει στην αφήγηση που για το «εκείνος»
λέξεις συμπαθητικές — καλημέρα στερημένη μας στέψη

μπορεί ο ήρωας

του empire state το απολλώνειο κεφάλι
εκειδά
μάλλον κι η νίκη
μάλλον

(κι η Χιροσίμα)

κι ανένδοτα το ασθενοφόρο που δαιμονισμένο κερνά
(δίχως μονιά δίχως θωριά

τα πάντα μοναχά: το ομφαλοφόρο
μιλά δαιμονισμένο — κανένας θεατής
γεννά δαιμονισμένο — αλύπητο γεννιέται)

παραγεννιέται ο νικητής
παραγεννιέται ο αφηγητής

δεσμείν και λύειν —
στις παραλύσεις και στις αφηγήσεις 
τον ήρωα τα αφάλια προσπερνούν:

στον ομφαλό του ο αγέρας και στη Silicon Valley
αγέρας
δάφνη στις γλάστρες του χρηματιστηρίου
η δάφνη
κι αυτό το ανθρωπομπάζωμα στο Γιβραλτάρ

Γιορτή
το πέρασμα
από πέρασμα απαντιέται
(απρόσωπη η μάσκα απαθής
πατιέται)

και ούτος ο ανθός της νερατζιάς στην Ευριπίδου
κι αρκεί ((εν έτει 2000))
να κάνει την οδό Ευριπίδου διάσημη: ασπάζονται
οι ενδομήτριοι όλων των περιουσιών χαλασμοί: ο ινδός
ομφαλοφόρος λέει: διάσημοι ας κάνουμε ένα τσιγάρο πάρε
ο φοβισμένος ψιθυρίζει: πόσο;
ο ινδοανθός δεν ψιθυρίζει:
ομφαλοφόροι διάσημοι στον κοινό μας δρόμο άιντε

ζορίζει

ο ήρωας γράφει

το ασθενοφόρο περνά δαιμονισμένο
π.Χ.
μ.Χ.
του κόκκου η αφήγηση αιμάτινη λάμνει

empire state

κι εκείνος
εμπνευσμένη θέαση
διάσταση έγκυρη
(στα βάραθρά της)
εποποιός
(στ’ ασθενοφόρο)
κι αμοιβός

καλημέρα αφεντικό

(το εγκώμιο στην άχλωρη συνουσία περισσεύει). Η θηλή

η θηλή των συμπαθητικών λέξεων
στην απελπισία τους: πού ομφαλοφόρο
το ασθενοφόρο; Η ροή
η ροή του αίματος

αμφιλύκη
(η κουκουβάγια εύλαλη — 2000 — χύνουν οι γύπες)
η λαχτάρα του
κράτος: χειροτονούνται θεοί
οι θεοί
θεολόγοι οπλισμένοι γράφουν: «empire state»

τα αφάλια αντι-λαλούν

κοχύλι Πένθους ούτος στη μουσική της Ευριπίδου — αντιλαλεί
Λάζαρος εκείνος
ο θεατής του

νικητής του — αμήν

μα empire state’s αγωνία: «αγάπη μου
πες μου πως μ’ αγαπάς
(κουρδίζεται τ’ αηδόνι):
μ’ αγαπά»

εκφέρεται το σύμπαν κυρωμένο
από τη θεϊκή ερωτική

(κεφαλαιοποιητική)

ουτος εκείνος μπορεί
(στον ομφαλό τους το απόθεμα των ομφαλών) — «ωκεανέ

ωκεάνειοι θα βρεθούμε — (τρεχούμενα σάλια
όντων προσόντων
της αφήγησης το μελάνι) — θα βρεθούμε

λάμνουμε
την πλώρη μας ζήσε — (τα χέρια
στο τιμόνι) — την πλώρη μας ζήσε

(γραμμένη μαυλιστική
μετρημένη σπαρακτική — χαίρεται Μίδα) — τα χέρια μας
στο τιμόνι»

δαιμονισμένο το ασθενοφόρο περνά. Κι όντως

κι εξορισμένη
από τη διάσταση του αφηγητή της η πλώρη

δαίμονας κεντρίζει
των ομφαλών — στην Ευριπίδου οργιάζουν
μια χούφτα αγριοφράουλες μικρού κοριτσιού η γιορτή
στην πλώρη
ξανασαίνοντας
στον ωκεανό. Κι όμως
μάννα αγάμητα
στην αφήγησή του
θεατής του
για μιαν αγάπη
νικητής του
μιλά
στο τιμόνι
αγγίζοντας
τον ωκεανό
κανονίζοντας
στη διάστασή του
την πλώρη

μ ανασες νομικές
empire state’s
θεολόγος οπλισμένος γράφοντας

το είδωλό του
(πού ομφαλοφόρο το ασθενοφόρο;)

στ’ ασθενοφόρο
Αγωνιώντας

τραγουδιστά
στο ομφαλοφόρο

ούτος εκείνος
της λαχτάρας του αίματος στην αμφιλύκη των απαντήσεων εντός
των ομφαλών που στέφονται αέναες προπόσεις των επαναστατικών
στο ον περασμάτων της μνήμης των μελλούμενων ομφαλών

στους ομφαλούς

στην πλώρη κεντρίζοντας
τον δαίμονα ωκεάνειοι…

*«…ύστερα θα καούν τα σάλια», Εκδόσεις Ηριδανός, Μάιος 2010.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s