Μικρή ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες ΙΙΙ

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
Από τη συλλογή Αμείλικτο νερό, Οι εκδόσεις των φίλων

ΑΙΓΑΙΟ
Μικρά, αθώα, πεινασμένα
όλο μάτια
τρέμουν, κρυώνουν
ξαφνιασμένα απορούν.
Από το αίμα της σφαγής πλυμένα
αλατισμένα
έτοιμα σε αλουμινόχαρτο να τυλιχτούν.

Θυσία αιματηρή
στης νέας θεάς Πατρίδας τον βωμό.

– Σφαχτάρια
ξεβρασμένα από το κύμα,

ξεκουραστείτε απόψε μες στο ποίημα!

Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ
Το κάστρο χτίσαμε στη νήσο των Μακάρων
και βίον ανέφελο διάγουμε ολημερίς.
Διψάμε και αρμέγουμε δρόσον εωθινή.
Ώρα μεσημβρινή.
Πεινάμε.
Ρίχνουμε κάδο κι αλιεύουμε τον επιούσιον ιχθύ.
Πλήττουμε, αναρριχώμεθα στον ουρανό.
Όλα γαλήνια κυλούν στης υπερτάτης πλησμονής τη νήσο.

Μα εσχάτως τώρα
τη μεσημβρινή ραστώνη
ταράσσουνε
των γλάρων οι κρωγμοί
φωνές απόγνωσης απ’ την απέναντι στεριά
“Καιγόμαστε, πνιγόμαστε, βοήθεια!”
οι μηχανές των μισοβουλιαγμένων λέμβων
νηπίων κλάματα, μητέρων οιμωγές
κι ο ρόχθος των πνιγμένων.

Όμως, εδώ στη νήσο των Μακάρων
βουλώνουμε τ’ αυτιά μας με κερί
κι απολαμβάνουμε
τον τρυφηλό μας πάντα βίο.

Μονάχα, Θε’ μου, μη σωθεί, μη μας τελειώσει το κερί!

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ
Από την ποιητική συλλογή Λιγοστεύουν οι λέξεις, εκδόσεις Μελάνι

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Κλάδεψαν τις φτερούγες μας
τις φύτρες μας τις ξερίζωσαν
επανειλημμένα
αποτρόπαια

Πορευόμαστε
κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα
νέο ξερίζωμα απειλεί

Και με κομμένες τις ρίζες
θα σταθούμε όρθιοι
και με σπασμένα κλαδιά
θ΄ανθίσουμε
Γιατί ότι έχουμε το κουβαλάμε μέσα μας
Οι ρίζες φύτρωσαν εντός
μας κρατάνε στέρεα σ’ ελπίδας έδαφος
Τα φύλλα στο φυλλοκάρδι μεγάλωσαν
τα λουλούδια ανθήσαν στα μάτια
Ο σπόρος στο δάκρυ και στο χαμόγελο μέστωσε

Ο σπόρος μας θα κατακλύσει το σύμπαν
και θα γεννήσει χιλιάδες ουράνια σώματα

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ – ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Κοιτώ το ρυάκι να ρέει αμέριμνο
το νερό να κυλά λαμπυρίζοντας
Αντανακλάσεις φωτός διαγράφουν
γιρλάντες στη ράχη του
Τα βότσαλα λάμπουν ατάραχα στο βυθό
Χρυσοκίτρινα φύλλα πέφτουν και χάνονται βιαστικά
Η σκιά τους διαγράφεται σκοτεινή
περνούν γρήγορα και χάνονται
Βαθιά πληγή αναβλύζει μέσα μου λόγια ακατάληπτα
Ψιθυριστά νανουρίσματα
συγχωνεύονται με του νερού το κελάρυσμα
για παιδιά που ‘χάσαν το ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται στου βυθού την αταραξία
Μέσα σε τόση ομορφιά
κάτι με πνίγει κι εγείρεται μέσα μου
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
“Κι αυτό το αγοράκι
δεν έχει κρεβατάκι” *
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο

* Σεβιλλιάνικο νανούρισμα

ΜΑ ΗΤΑΝ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΤΥΧΕΡΟΥΣ
Χαράματα στο ΚΤΕΛ σωρός νέων ανθρώπων περιμέναν
Σκουρόχρωμα πρόσωπα
ανήσυχα βλέμματα σερνάμενα κορμιά
ελιές σταφιδιασμένες πρόωρα
Σ’ άλλους η αγωνία κουνιόταν πίσω μπρος
άλλοι ανακούρκουδα την είχαν καθισμένη
Ο ένας πλάι στον άλλον σχεδίες τσακισμένες
έγερναν στα γόνατα στον τοίχο
σε κάποιο μπράτσο ν’ αναπαυτούν
Εκεί στης Ειδομένης τη γραμμή τους είδα
γλυπτό ιερό σ’ εναγκαλισμό ενύπνιο
Γυναίκα όμορφη στον ώμο νέου άνδρα
έγερνε το κεφάλι στην κόγχη του λαιμού του
Αυτός με το ένα χέρι την αγκάλιαζε
με το κεφάλι του άγγιζε το δικό της
και το άλλο χέρι άπλωνε στρώμα για το παιδί
Δύσκολος δρόμος μέχρι να φτάσουν ως εδώ
ακόμα πιο δύσκολος φάνταζε μπροστά
Μα ήταν απ’ τους τυχερούς

ΕΛΕΝΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΑΝΟΥ
Από την ποιητική συλλογή Στη φλέβα της πέτρας, εκδόσεις Βακχικόν

ΤΡΥΠΙΑ ΜΑΤΙΑ
Στον Βαλεντίν
Σας κοιτώ μέσα απ’ τα τρύπια μάτια
ασάλευτους να βουλιάζετε στο περιτείχισμα του σχολικού κενού
αυτά τα τετράγωνα με τη μούχλα σφηνωμένη στο χάσμα.
Είστε μικροί φωναχτοί αστερίες.
Τα πλοκάμια σας σαλεύουν ανάστροφα
Με κλείνουν ολοένα πιο μέσα.
Μην πασχίζετε άλλο.
Αυτό το αιώρημα είναι μοναχά δικό μου.

Το δικό σας σάρκινο δέρμα νoιαστείτε.

ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΙΑ ΦΩΝΗ ΝΑ ΜΙΛΩ
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη

(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το
χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κράδαινε εμπρός μου
ο Άμλετ)

ΚΡΑΤΗΡΕΣ ΥΦΑΙΣΤΕΙΩΝ
Η γη τους επίπεδη
σαλεύει στον γκρεμό
σέρνεται πάνω στα βράχια.
Στις λακκούβες των δρόμων καθρέφτες
κρατήρες ηφαιστείων
για τα μετέωρα πλάσματα του παράλληλου κόσμου.

Βρέφη γερμένα στην πηγή
ορθώνουν τον λαιμό που διψά
στο ουράνιο στερέωμα
μισανοίγουν το στόμα
και απλώνουν λεπίδες σκουριασμένες τα δόντια
λίγο πριν πέσουν λίπασμα\στη λάσπη των ανθρώπων

ΑΤΙΤΛΟ
Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ΄τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
Παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
Και υπαγορεύουν
Το τελευταίο ποίημα.

ΑΝΝΑ Ε. ΠΕΤΡΑΚΗ
Από την ποιητική συλλογή Ζωή σε 9/8…, εκδ. Κάκτος

ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΡΗΜΙΑ
Πώς άντεξες πουλί να γίνεις διαβατάρικο
μέσα και έξω από τη φωλιά σου πολιορκημένο;
Παιδί σ’ αλλοτινά χαμόσπιτα ή σε παλάτια
στον τόπο που σε λίκνισε
η μάνα σού υποσχέθηκε
τριαντάφυλλα εκατόφυλλα
και μια ζωή μετάξι
Μα εσύ οσφραινόσουνα μονάχα
του πολέμου τον αχό

Τώρα κοιτάς απορημένο
πιασμένο στου φόβου τ’ αγκίστρι
καράβια ναυαγισμένα
σωτήριες λέμβους που σε περιθάλψανε
ένα σκισμένο καραβόπανο στα χέρια
τα τρένα που σ’ απόθεσαν
σε έρημους σταθμούς

Μίσησες τα παραμύθια που σε νανούρισαν
τους ακυβέρνητους δρόμους που σε προδώσαν
τους ουρανούς που πρόσμενες
και δεν τους διάβηκες ποτέ

Πήρες στα χέρια σου φωτιά
Σαν τελευταία παράσταση
έκαψες πάνω στο συρματόπλεγμα
αμετανόητα όλα τα όνειρά σου

Αλυχτάνε οι πληγές
κάτω από τα αγέλαστα φεγγάρια της θάλασσας
Μέσα στα άδεια μάτια σου
έκπτωτοι άγγελοι
συγχώρεση
-για την εκδίκηση-
ζητούν

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΙΔΟΜΕΝΗ
Χαρτί η ζωή αετός τα ονείρατα πυξίδα η ουρά Αμόλα καλούμπα σφίξε καλούμπα Ξέφτισε η ουρά Τ’ απόνερα την τσάκισαν του ανέμου Φευγάτα σπίτια έρημες αυλές κιόσκια, παγκάκια διαλυμένα τρενάκια κούκλες ξεχαρβαλωμένες δέντρα με έρημη σκιά μονοπάτια βουνά σύνορα κλεισμένα βροχές πλέγματα σιδερένια παπούτσια ξεσκισμένα λασπωμένες σκηνές Ολάκερη η πρότερη ζωή σου περνάει εμπρός σου σε ριπές Αχόρταγος ο τρόμος σου καταπίνει την ελπίδα Σε μια εικόνα σου ασφυκτιά του θεατή ο φόβος Ο οίκτος πιότερο γεμάτος μ’ ενοχές παρά με καλοσύνη γράφει επάνω στα συντρίμμια του διωγμού σου μπαλάντα πνιγερή Εν ονόματι της Ιστορίας αλαλάζει ο πόνος εν ονόματι της Ιστορίας παραμονεύει παντού ο θάνατος -Κράτα λίγο… Πέτα ακόμη λίγο… -‘Επεσε ομίχλη. Πού είναι το χέρι σου; Μείνε στο πλάι μου Χειρότερο δεν είναι άλλο από τη μοναξιά Εκεί ψηλά που ονειρεύομαι κάνει τόσο κρύο…

Ανθολόγηση:
στίγμαΛόγου

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Στίγμα Λόγου στο: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/11/blog-post_28.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s