Moshe Schulstein, Μια κούκλα στο Άουσβιτς / Une poupée à Auschwitz

Σ’ ένα σωρό ανθρώπινης στάχτης είναι καθισμένη μια κούκλα
Είναι το μόνο υπόλειμμα, το μόνο ίχνος της ζωής.
Κάθεται μόνη της, ορφανή από το παιδί
Όπως άλλοτε, ήταν ανάμεσα στα παιχνίδια του
Κοντά στο παιδικό κρεβάτι πάνω σ’ ένα τραπεζάκι
Κάθεται εκεί έτσι, το κρινολίνο κατεστραμένο
Με τα μεγάλα μάτια της όπως τα έχουν όλες οι κούκλες του κόσμου
Που από την κορυφή του σωρού της τέφρας έχουν ένα έκπληκτο βλέμμα
Και κοιτούν όπως όλες οι κούκλες του κόσμου.
Όμως, όλα είναι διαφορετικά, η έκπληξή τους διαφέρει
Από εκείνη που έχουν στα μάτια όλες οι κούκλες του κόσμου
Μια παράξενη έκπληξη που ανήκει μόνο σ’αυτές
Επειδή τα μάτια της κούκλας είναι το μόνο ζευγάρι ματιών
Που από τόσα και τόσα μάτια επιβιώνει σ’ αυτό το μέρος,
Τα μόνα που απέμειναν από αυτό το σωρό ανθρώπινης στάχτης,
Μόνα απέμειναν από όλα τα μάτια τα μάτια αυτής της κούκλας
Ποιός να μας κοιτάζει τώρα, θωριά σβησμένη κάτω από τις στάχτες,
Και τέτοια,μέχρι που να μας γίνεται τρομερά δύσκολο
Για να την κοιτάξουμε στα μάτια
Στα χέρια της, δεν υπάρχει τίποτα, το παιδί κρατούσε την κούκλα,
Στην αγκαλιά της, δεν υπάρχει τίποτα, η μάνα κρατούσε το παιδί,
Η μάνα κρατούσε το παιδί όπως το παιδί την κούκλα,
Και κρατημένοι έτσι και οι τρεις υπέκυψαν
Σε θάλαμο θανάτου, στην πνιγηρή κόλασή του.
Η μητέρα, το παιδί, η κούκλα,
Η κούκλα, το παιδί, η μητέρα.
Επειδή ήταν κούκλα, η κούκλα ήταν τυχερή.
Τι ευτυχία το να είναι μια κούκλα και να μην είναι παιδί!
Όταν μπήκε εκεί μέσα, βγήκε από το θάλαμο,
Αλλά το παιδί δεν ήταν πια εκεί για να τη σφίγγει πάνω του,
Όπως να έσφιγγε το παιδί δεν υπήρχε πλέον μάνα.
Έτσι έμεινε εκεί, σκαρφαλωμένη σε ένα σωρό από στάχτες,
Και θα ‘λεγες ότι σάρωνε γύρω της και έψαχνε
Τα χέρια, τα μικρά χέρια που πριν λίγο, την κρατούσαν.
Από το θάλαμο θανάτου ξαναβγήκε η κούκλα
Με άθικτα το σχήμα και το σκελετό του,
Ξαναβγήκε με το φόρεμά της και με τις ξανθιές πλεξίδες της.
Και με τα μεγάλα μπλε μάτια της τα γεμάτα έκπληξη
Μας κοιτούν ίσια στα μάτια μας, μας κοιτούν, μας κοιτούν.

Άουσβιτς 1944

Ποίηση σε γλώσσα Γίντις

*Μετάφραση/Απόδοση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

UNE POUPÉE À AUSCHWITZ

Sur un tas de cendre humaine une poupée est assise
C’est l’unique reliquat, l’unique trace de vie.
Toute seule elle est assise, orpheline de l’enfant
Comme autrefois elle l’était parmi ses jouets
Auprès du lit de l’enfant sur une petite table
Elle reste assise ainsi, sa crinoline défaite,
Avec ses grands yeux comme en ont toutes les poupées du monde
Qui du haut du tas de cendre ont un regard étonné
Et regardent comme font toutes les poupées du monde.
Pourtant tout est différent, leur étonnement diffère
De celui qu’ont dans les yeux toutes les poupées du monde
Un étrange étonnement qui appartient qu’à eux seuls
Car les yeux de la poupée sont l’unique paire d’yeux
Qui de tant et tant d’yeux subsiste encore en ce lieu,
Les seuls qui aient resurgi de ce tas de cendre humaine,
Seuls sont demeurés des yeux les yeux de cette poupée
Qui nous contemple à présent, vue éteinte sous la cendre,
Et jusqu’à ce qu’il nous soit terriblement difficile
De la regarder dans les yeux
Dans ses mains, il y a peu, l’enfant tenait la poupée,
Dans ses bras, il y a peu, la mère portait l’enfant,
La mère tenait l’enfant comme l’enfant la poupée,
Et se tenant tous les trois c’est à trois qu’ils succombèrent
Dans une chambre de mort, dans son enfer étouffant.
La mère, l’enfant, la poupée,
La poupée, l’enfant, la mère.
Parce qu’elle était poupée, la poupée eut de la chance.
Quel bonheur d’être poupée et de n’être pas enfant !
Comme elle y était entrée elle est sortie de la chambre,
Mais l’enfant n’était plus là pour la serrer contre lui,
Comme pour serrer l’enfant il n’y avait plus de mère.
Alors elle est restée là, juchée sur un tas de cendre,
Et l’on dirait qu’alentour elle scrute et qu’elle cherche
Les mains, les petites mains qui voici peu la tenaient.
De la chambre de la mort la poupée est ressortie
Entièrement avec sa forme et son ossature,
Ressortie avec sa robe et avec ses tresses blondes.
Et avec ses grands yeux bleus qui tout pleins d’étonnement
Nous regardent dans les yeux, nous regardent, nous regardent.

Moshe Schulstein – Auschwitz 1944

Poésie en Yiddish

*Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: https://emma97430.skyrock.com/1230324074-Une-poupee-a-AUSCHWITZ.html

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s