Λευτέρης Πούλιος, Μαγνητικό βουνό

Τούτες οι γραμμές στο τρελάδικο χαραγμένες
ηχούν τόσο πιο εμφατικά όσο οι μάσκες
από σφυρήλατο χρυσάφι κάνουν σινιάλα ζωής.
Κι η στάση μου ανθρώπου που γνώρισε επιτέλους.
Διεργασία στο υποσυνείδητο
ένα κάρο σανού που οδηγεί ο Ιερώνυμος Μπος
διασχίζει τη νύχτα με ραγδαία βροχή
χαμένος στον πάντα πανηγυρίζοντα καιρό.
Το δωμάτιο σ’ ένα πηγάδι οι ώρες σ’ εμπόλεμη κατάσταση
η μνήμη αναποδογυρίζει τρακαρισμένα αυτοκίνητα.
Ένα πρόσωπο είναι μια ζώσα ιδέα
βάζω φωτιά στα ρούχα μου και καίω τη σάρκα
και τη σημαία σου κύριε.
Εγώ ένα είδος Ερμή που κουβαλάει κακά μαντάτα
ενώ μέσα μου κάποιος δίνει απόκριση στο ερώτημα
του ηλεκτρικού κύκλωπα «τ’ όνομά μου είναι Κανείς»
Θυελλώδεις λάμψεις ματιών βομβαρδίζουν
την ανθρώπινη κωμωδία
γνώρισα τον κόσμο μέσα από ένα τάφο
ανατάραξαν το αίμα μου παλιές ζωγραφικές
διαλύθηκα σε μίζερες προσευχές και γονυκλισίες.
Θα σας δείξω δρόμους χαραγμένους
σε παράξενη παιδικότητα
Θα σας μοιράσω τους θησαυρούς μου
της σχιζοφρένειας
Ω κόσμε
κόσμε
κόσμε
Ω ευεργέτες διωγμένοι γρήγορα!
Ω ατέλειωτα φτεροκοπήματα καρδιών!
Η σκέψη μου δεν είναι το μηδέν
Αλλά
Το ίδιο ανυπόφορη
Α! η απέραντη φιλαυτία
Κι η δύναμη που ανεβάζει τις μάζες Με μια απουσία χεριών
Είναι ώρα
Να κατεβώ μαζί με τις μορφές που πεθαίνουν.
Ας δούμε επιτέλους τον κόσμο
Με τα μάτια των τρελών
Είναι αφόρητη η μυστηριώδης ορμή προς τη ζωή
η ίδια θαυμαστή αντίθετη ορμή προς το θάνατο
η ιδέα της ζωής είναι ολόιδια η ιδέα του θανάτου.
Γράφω τ’ όνομά μου στο χώμα των οδυνηρών εκπλήξεων των
ονείρων
γλιστράω στην κόψη του ξυραφιού
σβήνω σύνορα
χαράζω δρόμους σε στάχτες
χειρονομώντας αδέξια με σαστισμένο βήμα
στο πεδίο της καθημερινής αταξίας.
Όλη η εποχή μου σ’ εμπόλεμη κατάσταση.
Ανεμίζοντας ένα τσαλακωμένο τετράδιο
ζω το συναίσθημα
ρίχνοντας φραγμούς και όρια
όλο το πράσινο σ’ ανατριχίλα
ξεριζώνω την καρδιά μου απ’ τα νεκροτομεία.
Στεφανωμένο κλάμα με παπαρούνες
αλλά το αίμα μου ονειρεύεται εκρήξεις
Ανεβαίνω
από το θάνατο το λάθος και τον καιρό
αναρριχώμαι σε μια ηλιαχτίδα
Ανεβαίνω
ακούω το χτυποκάρδι της γης
κάθε ζωή προσμένει
την αφαίρεση του πόνου μέσα στον άνθρωπο
δέντρα ανάβουν τα όμορφα φώτα τους
στην πρώτη ματιά του τρελάνθρωπου ήλιου.
Μια φούχτα χαρά σε τούτον τον μήνα
το τιτίβισμα των πουλιών σ’ ένα κυλιόμενο σύννεφο
πετούν τα νιάτα μου πάνω απ’ τα σπίτια
ένας ήλιος θερμαίνει σάρκα και πνεύμα
κι ωριμάζει τους καρπούς του χρόνου
εκεί που ο καρπός αιωρείται
Ο ανθρώπινος σπόρος αδιατάρακτος στο διάστημα
λαμποκοπάει σα μήλο
Ετοιμάστε εντός σας το δρόμο του μεγάλου
γυρισμού.

*Από τη συλλογή “Ο γυμνός ομιλητής”, Εκδόσεις Κέδρος, 1977.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s