Λουκάς Λιάκος, de stella nova

Γ. Στεφανάκης, Μέσα ζώντες

Τώρα που βραδιάζει η ανατολή ενός άλλου ήλιου κυλάει ανάμεσα στα πόδια σου σαν κόκκινο κρασί. Όποιος σε γνωρίζει αμαρτάνει μ’ ένα χαμόγελο, ένα φιλί. Μα το ύψος θέλει να φιληθεί σαν το χειρότερο απ’ όλα. Μας κατέστρεψε. Δεν έπρεπε να αφήσεις τα χέρια σου να ξεχάσουν τη δουλειά. Δεν έπρεπε γι’ αυτή τη γυναίκα και για ένα σωρό αυταπάτες να πιεις το δηλητήριο όπως, ο χώρος μέσα στο στόμα σου είναι μια ρύπανση από λέξεις, από ανθρώπους. Όπως, η αγάπη βολεύεται στο ακίνδυνο του σώματος. Να εξαρθρώνεται ένα σώμα, εγκόσμιο και ατελές ένα σώμα, αλυσσοδεμένο κι ελεύθερο στην ακολουθία, να ακολουθεί αυτό που πρόκειται, συνειρμικά να ακολουθεί αυτό που πρόκειται, αινιγματικά να ακολουθεί με άσκοπο βήμα.

Τώρα που βραδιάζει η κρυψώνα σου δειλά φιγουράρει κάτω από ένα στρώμα πορτοκαλιών. Μανάδες στέκονται, ανάβουν το τσιγάρο τους απέναντι στα λεωφορεία που περνούν, όμοια με ελπίδες, σαν τάφοι που τελειώνουν, συγχωρούν. Πόσο κουράστηκαν στα αίματα, στη σκηνή να παραμένουν γυναίκες, άγνωστες επισκέψεις, ο ίδιος δρόμος, ο ίσκιος.
Τώρα που βραδιάζει σαν διαστροφή φωνάζουν οι αγαπημένες, τα δέντρα στα ποτάμια. Μύρισε έντονα στεγνή η καρδιά στην εποχή της. Στα πούπουλά της φωλιές ενταφιασμένα πάθη απέραντα ομολογούν: μη σφίξεις δυνατά μονάχα αγκάλιασέ με. Ο πρώτος πετεινός έρχεται και με δαγκώνει, μου τρώει τις γάμπες φίλε μου, φίλε μου.

Τώρα που βραδιάζει θέλω πια την αγάπη μου, φιδάκι κουλουρισμένο κάτω απ’ το χέρι σου. Τεντώνεσαι, αυτό το πένθος είναι δικό μου. Τέρατα τραυλίζουν στο πρωινό μας όνειρο. Ανοίγουν τα πέταλά μας μαύρα λουριά, πλάι σε παράθυρα τρένων μπλεχτά, με λέξεις, μετρήσεις, παραπάνω, λιγότερα.

Τώρα που βραδιάζει όσα έχεις πει δεν έχουν ουσία. Ουσία έχουν μόνο τα μάτια σου που ‘ ναι χειμώνας. Σωπαίνουν σαν βουβό σινεμά, ηττημένες χίμαιρες. Είναι κάρβουνα που με κοιτάζουν και με προδίδουν στο βάθος που κλείνουν.

Τώρα που βραδιάζει τα τελευταία βλέφαρα είναι όσα θυμάμαι. Πόσα αεράκια με είχαν ξυπνήσει χωρίς να σε σκεφτώ; Έφευγα σαν άπλωναν τα δίχτυα οι ζητιάνοι, μαντεύοντας τη μοίρα απ’ τα κλειστά μου χέρια, απ’ τα κλειστά μου μάτια που ‘ναι γέφυρες, και οι σκάλες τους κλεφτά σε κοιτούν, στις αυλές, στους κήπους, στις θάλασσες που φυτρώσαν γύρω απ’ τον ύπνο μας. Χιονίζοντας.

*Από το βιβλίο «Στροφορμή», Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία, 2016.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s