Ελένη Παπάζογλου, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Κυνηγημένοι μετανάστες ζητούνε καταφύγιο,
μια ανάσα για να ξαποστάσουν,
ένα κεραμίδι να ακουμπήσουν το κεφάλι τους
—τσόφλι αβγού στην αβγοθήκη φοβάται μήπως και
ραγίσει—
για να σωθούν από κλούβιους κουφιοκέφαλους.
Αυτούς με τη λεπίδα στο χέρι
και τη φιδοφωλιά στη θέση της καρδιάς,
αυτούς που η εξουσία εθελοτυφλεί και υποθάλπει.
Είδες; Πάλι οδεύουμε προς μια χαράδρα του σεισμού.
Πάλι τα δόντια θέλει να σφίξουμε με μολύβδινες
, τανάλιες,
πάλι μικρά μας μυστικά χρυσαφικά θα καταπιούμε
να φυλάξουμε.
Να δέσουμε με τα μαλλιά μας και να στρέψουμε τον
μπούσουλα
για να ξεφύγουμε από τον καταρράχτη.

29/3/2009

***

ΣΙΩΠΗ

Ήταν φορές που άφηνε την κάφτρα του τσιγάρου
να φτάσει ως τα χείλια
κι άλλες το σπίρτο να του κάψει τα ακροδάχτυλα.
Τότε που μέσα του πλατάγιζε μια πέστροφα
και σολομός που ανέβαινε κόντρα στα νερά η σκέψη.
Ήταν καημοί που μήτε η Γη δεν γνώριζε,
αυτή οπού το χώμα της ανέδυε κραυγές, μήτε αυτή.
Και σαν τα νυχτολούλουδα που ρόδισαν
μ’ ένα άρωμα που κραύγαζε γιορτή,
ήρθε και σταύρωσε τα δυο του νύχια,
που έσκαβαν βαθιά μες στην ψυχή και είχανε πάρει
χρώμα.
Αυτό το κόκκινο που ζάλιζε που ερέθιζε κι αγρίευε,
αυτό που τα άλογα τρόμαζαν σαν το έβλεπαν
κείνη τη νύχτα που δεν φάνηκε η Σιωπή.

26/3/2009

*Από τη συλλογή “Ονειράκατος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s