Octavio Paz, Στη μέση αυτής της φράσης

Anna Dross, El cantaro roto

Δέ βρίσκομαι στην κορφή τού κόσμου
Ή στιγμή
δεν είναι κολώνα τού στυλίτη,
δεν άνεβαίνει απ’ τις πατούσες μου
ό χρόνος,
δεν έκρήγνυται στο κρανίο μου
μέ μια σιωπηλή μαύρη έκρηξη, έκλαμψη ίδια μέ τύφλωση.
Βρίσκομαι σε κάποιο έκτο πάτωμα,
βρίσκομαι σ’ ένα κλουβί
κρεμασμένο στο χρόνο.

Έκτο πάτωμα:
παλίρροια καί σφυροκόπημα
πόλεμος μετάλλων
καταιγίδα γυαλιών που γκρεμίζονται,
μηχανές μέ λύσσα πια άνθρώπινη.
Ή νύχτα
είναι ένας σάλαγος πού ξεσκίζεται,
ένα κορμί
πού καθώς άγκαλιάζεται κατακομματιάζεται.
Τυφλή,
ξανακολλά στα τυφλά τα κομμάτια της,
ενώνει
τα θρυμματισμένα της ονόματα, τα σκορπά.
Μέ τ’ ακροδάχτυλα κομμένα
Ψηλαφεί μές στ’ ονειρο τήν πόλη.

Δέ βρίσκομαι στο σταυροδρόμι:
να διαλέγεις
σημαίνει να λαθεύεις.
Βρίσκομαι στη μέση αυτής τής φράσης.
Πού μ’ οδηγεί;
άντιβοά άπό πτώση σε πτώση,
γεγονότα κι ημερομηνίες,
ό γεννοκαταράχτης μου:
ημερολόγιο πού ξεφυλλίζεται
στις κοιλότητες τής μνήμης μου.
Είμαι τό σακί των ίδιων μου των ίσκιων.

Κατηφορίζει
ίσια στής μητέρας μου τα μαραμένα στή$η.
Λόφοι ριτιδιασμένοι
λάβες πλυμένες,
μοιρολογιού πεδιάδες,
βορά τού ασβέστη.
Δυο εργάτες άνοίγουν τό λάκκο.
Σπαραγμένο
στόμα άπό πλίθες καί τσιμέντο.
Εμφανίζεται
ή ρημαγμένη κάσα:
άνάμεσα άπ’ τά σπασμένα σανίδια
τό άνοιχτό-γκρί καπέλο,
τό ζευγάρι τά παπούτσια,
τό μαύρο ένδυμα τού δικηγόρου.
Κόκαλα, ράκη, κουμπιά:
βουνό άπό ξαφνική σκόνη
στά πόδια τού φωτός.
Κρύο φως άμεταχείριστο,
σχεδόν κοιμώμενο,
φως τής αύγής
φρεσκοφερμένης άπό τό βουνό,
βοσκοπούλας των νεκρών.
Αυτό πού υπήρξε ό πατέρας μου
χωρά σ’ αυτό τό τσουβάλι
πού ένας εργάτης μού απλώνει
την ώρα πού ή μητέρα μου σταυροκοπιέται.
Πριν τελειώσει
ή οπτασία εξαφανίζεται:
Είμαι στη μέση,
κρεμασμένος σ’ ένα κλουβί,
κρεμασμένος σέ μια φωτογραφία.
Ή πηγή απομακρύνεται
Το τέρμα σβήνει…

Δεν υπάρχει τέλος ούτε αρχή:
Βρίσκομαι στήν παύση,
Δεν τελειώνω μήτε άρχίζω,
αυτό πού λέγω δεν έχει ούτε πόδια ούτε κεφάλι.
Γυροφέρνω μέσα στον εαυτό μου
καί πάντα συναντώ
τα ίδια ονόματα,
τα ίδια πρόσωπα
καί μένα τόν ίδιο δεν μέ συναντώ.
Ή ιστορία μου δεν είναι δική μου:
συλλαβή αυτής τής σπασμένης φράσης
Πού μέσα στο κυκλοτερό της παραλήρημα
επαναλαμβάνει ή πόλη, επαναλαμβάνει.
Πόλη, πόλη μου
περιφρονημένε στύλε
ατιμασμένη πέτρα
όνομα πού τό έχουν φτύσει
Ή ιστορία Σου είναι ή Ιστορία:
πεπρωμένο
μασκαρεμένο σέ ελευθερία,
αστέρι
περιπλανώμενο και δίχως τροχιά,
παιχνίδι
πού ολοι παίζουμε αγνοώντας τούς κανονισμούς,
παιχνίδι πού κανείς δεν κερδίζει,
παιχνίδι δίχως κανονισμούς,
ιδιοτροπία -δεοϋ ρεμβαστικοΰ,
έ’νας άνθρωπος
πού έγινε θεός τραυλός.
Οί χρησμοί μας
είναι οί κουβέντες τοΰ άφασικού,
οί προφήτες μας
είναι μάντεις μέ γυαλιά.
Ιστορία:
πηγαινέλα δίχως τέλος, ούτε αρχή.
Κανείς δεν πήγε εκεί,
κανείς
δεν ήπιε στην πηγή,
κανείς
δεν άνοιξε τα ματόφυλλα τής πέτρας τοΰ χρόνου,
κανείς
δεν άκουσε τον πρώτο λόγο,
κανείς δεν άκούσει τό στερνό,
τό στόμα πού τον λέει μονολογεί,
κανείς
δεν κατέβηκε στο λάκκο άπό τα σύμπαντα,
κανείς
δέ γύρισε άπό τον κοπρώνα των ήλιων.

Ιστορία:
Σκουπιδότοπε καί ουράνιο τόξο.
Σκάλα
για τα ψηλά δώματα:
έφτά νότες
διαλυμένες στην αίθρία.
Λόγοι δίχως σκιά.
Δεν τούς άκούμε, τούς άρνιόμαστε,
είπαμε δεν υπήρχαν:
μένουμε μέ τό θόρυβο.
‘Έκτο πάτωμα:
βρίσκομαι στη μέση αυτής τής φράσης:
Κατά ποΰ
μ’ οδηγεί;
Γλώσσα κατακερματισμένη.
Ποιητής: κηπουρός επιταφίων.

*Από το βιβλίο ‘Οκτάβιο Παζ Ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, 1986. Μετάφραση: Μάγια Μαρία Ρούσσου.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s