Κατερίνα Χανδρινού, Τη γνώρισαν έντονα βαμμένη.

Σταυροπόδι να καπνίζει. Τα μάτια της μαύρες ουρές χελιδονιών. Δύο τελείες η μύτη της στο χιόνι. Το στόμα κόκκινο πανί. Ακυβέρνητα μαλλιά. Τους τράβηξε. Νόμισαν την κάνανε δική τους. Τα χελιδόνια, το στόμα, τα μαλλιά. Νόμισαν την έκαναν δική τους επειδή της μάθαν ένα κόλπο. Έπρεπε να το νομίζουν. Τους άφηνε. Λίγο καιρό μετά: μη βάφεσαι. Σβήσε το κόκκινο. Βγάλε το μαύρο. Λύσε τα πόδια.

Έπρεπε να τούς θυμίζει τη μάνα. Δεν μπορούσανε αλλιώς. Έπρεπε να τούς θυμίζει τη μάνα, για να μπορέσουνε να φύγουν. Οι άντρες μεγαλώνουν. Φυσικό. Φεύγουν κάποτε απ’ τη μάνα. Πάνε να βρουν τα χελιδόνια μιας γυναίκας, να τα πετροβολήσουν, ώστε η γυναίκα αυτή να μοιάσει στη μάνα κι έτσι να μπορέσουν να φύγουν από κείνη. Να πάνε, να γνωρίσουν μια γυναίκα βαμμένη γενναία, να τής μάθουν ένα κόλπο, να της φυλακίσουνε τα χελιδόνια. Να μοιάσει της μάνας, ώστε να μπορέσουν κάποια στιγμή να την αφήσουν και να φύγουν. Να επιστρέφουν. Να πάνε να βρουν τη μάνα. Κι εκεί, είναι τόπος η μάνα, να φαντασιωθούν, επιτέλους με την ησυχία τους, την πιο εκκεντρικά βαμμένη και το πώς θα αντιδράσει τη στιγμή που θα της μαθαίνουνε το κόλπο. Κι εκείνη μετά, να τους αφήσει να νομίσουν πως την κάνανε δική τους. Γιατί πρέπει. Να βγάλει το μακιγιάζ. Να γίνει ένα με τη μάνα. Ώστε να μπορέσουν πια κι αυτοί, εύλογα και σαν άντρες, επιτέλους να φύγουν.

*Από τη συλλογή “γιατί δεν οδηγoύν οι ποιητές”, Εκδόσεις sestina, 2017.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s