Richard M. Berlin, Πώς ένας ψυχίατρος γράφει ένα ποίημα

Αρχίζω με τις αναμνήσεις των ωρών
που πέρασα σαν ασθενής και τον κανόνα
του Φρόιντ στο “Οι Βασικές αρχές”.

Πες ό, τι σου κατέβει στο κεφάλι,
σαν τον ήχο που κάνουν τα καφέ φύλλα
όταν σκορπίζονται στο πεζοδρόμιο

σ’ αυτήν την ήπια μέρα του Νοέμβρη
και τη μυρωδιά του καπνού
απ’ τις φωτιές που καίνε στα λιβάδια.

Μετά αναπαύομαι στη δερμάτινη πολυθρόνα
και θυμάμαι τις λεπτομέρειες του πρωινού-
η γυναίκα μου κουλουριασμένη μες στο πάπλωμα,

τα στήθη της ακόμα ζεστά καθώς ντύνομαι,
η ψίχα των καρυδιών στο στόμα μου,
μαζί με τη γεύση του τσαγιού Earl Gray.

Αυτή τη στιγμή ο θεραπευτής μου θα σταυρώσει
τα πόδια, θα με κοιτάξει στα μάτια
περιμένοντας κάτι να του αποκαλύψω

που με πονάει πολύ, βαθιά μες στην καρδιά,
και για τον ευχαριστήσω ίσως του πω
μερικές απ’ τις μικρές μου αγωνίες

από μια καθυστέρηση σ’ ένα ταξίδι μου για ένα συνέδριο
εξαιτίας των επισκευών σε μια γέφυρα του Rawson Brook,
την κόκκινη λάμψη της εξαντλημένης μπαταρίας του κινητού

ή την απειλή του άνθρακα που άκουσα στο ράδιο.
Θα ’λεγα, Η βιοτρομοκρατία μου θυμίζει την αρρώστια
του πατέρα μου
. Και να που μιλώ πάλι για τον πατέρα μου.

Βλέπω τον θεραπευτή να γέρνει μπροστά
στην πολυθρόνα του και να μου γνέφει να κάνω λίγο
πιο γρήγορα, κάτι μόλις περνά απ’ το μυαλό μου,

ότι δεν σκέφτηκα να συζητήσω μαζί του
την συνομιλία που ’χα χθες βράδυ με την μητέρα
που μου ’πε ότι έχει ένα μελάνωμα

στο μηρό της, το μηρό που αγκάλιαζα
πεντάχρονος όταν ψωνίζαμε
σ’ ένα διάδρομο του Grand Union.

Θυμάμαι αυτές τις στιγμές
σαν τις πιο στενές που μοιραστήκαμε
τη λεία, μαλακή επιφάνεια του δέρματος,

το λεπτό χρυσό βραχιόλι στον αστράγαλό της,
το χακί σορτς της και το άρωμα Shalimar.
Ναι, η ψυχοθεραπεία πάντα οδηγεί πίσω

στη μητέρα. Αλλά πριν μπορέσω να ξεδιαλύνω
το Οιδιπόδειο δράμα μου με την θεραπεία
ή μ’ αυτό το ποίημα, πριν αντιληφθώ τη θλίψη

που αρχίζω να αισθάνομαι
ακούω τον θεραπευτή μου να λέει, Τέρμα
χρόνου
, και σηκώνεται και κοιτάζει έξω,

με τον ίδιο τρόπο που κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρό μου
ακριβώς τώρα, προσέχοντας τα φύλλα που κρέμονται
απ’ τη βαλανιδιά λίγο πριν πέσουν.

*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”, σε επιμέλεια – μετάφραση – επίμετρο Μίλτου Αρβανιτάκη. Θεσσαλονίκη 2018.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s