Federico Garcia Lorca, Η αυγή

Η αυγή της Νέας Υόρκης έχει

τέσσερις κίονες από λάσπη

κι έναν ανεμοστρόβιλο από μαύρα περιστέρια

που βουτούν μέσα στ’ ακάθαρτα νερά.

Η αυγή ης Νέας Υόρκης όλο θρηνεί

μες στις απέραντες σκάλες
ανα
ζητώντας ανάμεσα στ’ αγκωνάρια

νάρδους σχεδιασμένης αγωνίας.

Φθάνει η αυγή κι όμως κανένας δεν τη δέχεται στο στόμα του

γιατί εκεί κάτω δεν υπάρχει πρωί κι ελπίδα πιθανή.

Κάποτε τα νομίσματα σε μανιασμένα σμήνη

τρυπούνε και καταβροχθίζουv τα εγκαταλειμμένα παιδιά.

Κείνοι που πρώτοι βγαίνουν έξω νιώθουνε μέσα στα κόκαλά τους

πως δε θα υπάρξει ούτε παράδεισος ούτε έρωτες που φυλλοροούν

ξέρουν πως πάνε προς το βόρβορο των νόμων και των αριθμών

προς τα’ άτεχνα παιχνίδια; προς τους άκαρπους ιδρώτες.

Σαβανωμένο είναι το φως ανάμεσ’ από αλυσίδες και θορύβους

στην καταφρόνια την αδιάντροπη μιας επιστήμης δίχως ρίζες.

Άνθρωποι ανύπνωτοι τρικλίζουν στα προάστια

σα να γλίτωσαν από κάποιο ναυάγιο αίματος.

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης>

**Περιλαμβάνονται στην δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και ισπανικά) «Federico Garcia Lorca Ποιήματα» των εκδόσεων Κοροντζή (Αθήνα 2007) με σχέδια των Alex Morales και Χριστίνας Κοροντζή.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s