Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Πιάνω απ’ το σβέρκο το φως
Και του βγάζω τα μάτια
Πιάνω απ’ τα μαλλιά το σκότος
Και του ξεριζώνω τον θάνατο.

Ρίχνω στο πηγάδι τον ήλιο
Και του πνίγω τη λάμψη
Ρίχνω στο κρεβάτι το φεγγάρι
Και κοιμόμαστε αγκαλιά.

Βάζω τρικλοποδιά στη χαρά
Και την αφήνω ανάπηρη
Βάζω περιορισμό στη λύπη
Και τη στέλνω αδιάβαστη.

Δίνω μια σπρωξιά στη μέρα
Και την πετάω στην άβυσσο
Δίνω μιαν ανθοδέσμη στη νύχτα
Και την κάνω ερωμένη.

Γεννιέμαι μ’ έναν έμφυτο φόβο
Πεθαίνω μ’ ένα επίκτητο πάθος.

***

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μαζεύω πακέτα από τσιγάρα
Για το χριστουγεννιάτικο δέντρο
Πουλιά με κοιτάνε που γράφω
Αρπάζω ένα και το κάνω στολίδι
Άρχισε να κλαίει με λυγμούς
«Σ’ αγαπώ, γι’ αυτό σε κρέμασα».

Φυσούσε απ’ το σπασμένο τζάμι
Κάποιο παιδί μπήκε στο δωμάτιο
Το κρύο τού περόνιαζε τα χέρια
Οι ήρωές του είχαν πια πεθάνει
Μα εγώ μάζευα μικρές καρφίτσες
Και τις έβαζα στα τσιγαρόκουτα
Τα πουλιά με κοιτούσαν παράξενα
Να τρυπώ τα χάρτινα ποιήματα
Μετά βγήκα στον δρόμο κι έτρεχα
Ώσπου με αναγνώρισε ο Θεός
Και με μεταμόρφωσε σε πουλί.

Τώρα με δύο σώματα ανεβαίνω
Στο δέντρο του θανάτου μου.

*Από την ενότητα “Ο Εισπράκτορας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, εκδ. Στοχαστής.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s