Γιώργος Λίλλης, Στο σκοτάδι μετέωρος – Α’ Η Φωτιά

Πάνω στο λευκό μάρμαρο στάχτες·
τό τραπέζι στη βεράντα βιαστικά παρατημένο·
μιά μισοφαγωμένη φέτα ψωμί
χαρτοπετσέτες στο πάτωμα· ό καφές χυμένος.
Φωνές στο βάθος πίσω άπό τα άνοιχτά παράθυρα.
— Κοίτα τον καπνό. Δέν μοιάζει μ’ ένα δέντρο πού άποφάσισε
να ματαιωθεί κι άνυψώνεται;
— Έρχεται προς τα ’δω.
Φυσάει. Στο σανιδένιο πάτωμα
ή περσινή φωτογραφία μ’ όλους τούς συγγενείς·
ή σκηνή της συγκέντρωσης στήν αύλή
και τα χαμογελαστά πρόσωπα· ήλιόλουστη μέρα
ένός άρχαίου Σεπτέμβρη γαντζωμένου στο φιλμ
όπως παρασέρνει ό χρόνος ίδιος ποτάμι
τά γεγονότα και μερικά άπ’ αύτά πιάνονται σέ κλαδιά.
— Έρχεται προς τά ’δω.
— Τρέχα πάνω καί φέρε τις βαλίτσες. Πρέπει νά σώσουμε ό,τι μπορούμε.
— Τά χειρόγραφα, τις φωτογραφίες…
Τό σπίτι. ‘Ολόλευκο σάν μεγάλη πανεθνική σημαία.
Μέ τά δυτικά παράθυρα νά βλέπουν τή θάλασσα
καί τήν κάτω βεράντα παραδομένη στις τριανταφυλλιές.
Κι οΐ άνθρωποι τού σπιτιού.
’Επιρρεπείς στήν πράξη της ζωής
μ’ όλες τις δυστυχίες καί τις χαρές άπορροφημένες
στό μεγάλο χωνευτήρι
της πάλης μέ τό έφήμερο.
Σκηνές της καθημερινότητας πού παίρνουν
άλλες διαστάσεις αν τις κοιτάξεις
μέσα άπό τήν έπιφάνεια πού γυαλίζει
καί δέν σέ άφήνει νά δείς καθαρά
δίχως άντικατοπτρισμούς:
Τον πατέρα να χαϊδεύει τα φύλλα τής έλιάς μέ μια αδημονία
για τη μελλοντική σοδειά.
Και ή μικρότερη κόρη να παίζει στο πίσω μέρος τοϋ κήπου
μέ τις λεπτές φωτοσκιάσεις και τα μυστήρια άρώματα
των πεθαμένων φρούτων
τον άνεμο να προσπερνά τα ξανθά της μαλλιά και να χάνεται στις φυλλωσιές·
ένας άλλιώτικος κόσμος τόσο κοντά στην πραγματικότητα.
Ό μεγάλος άδερφός στο σαλόνι διαβάζει ένώ ή μητέρα μαγειρεύει.
Κι ή άλλη ή κόρη νά κάθεται στο μάρμαρο σκεφτική.
Έφηβη, νά πειράζει άφελέστατα τό στήθος της
κανοναρχεί στο σούρουπο νεότητα
μπαίνει τό κορμί κάτω άπό καταρράχτες
παραδίδεται στη δροσιά.
Κι όλα αύτά λίγες ώρες πριν πάρει ή νύχτα τη ρεβάνς μ’ όλα τά άστρα
ολόφωτες πετρούλες στην άκρη τοϋ μαύρου
λίγες ώρες πριν ξεσπάσει ή φωτιά άπό τό άπέναντι δάσος
—έτσι ξαφνικά και άνεξήγητα— όπως
όλα κι άλλάξει ή τροπή τής καλοκαιρινής ησυχίας.
Τόσο γρήγορα τό άπρόοπτο εισχωρεί στο καθιερωμένο και τό λεηλατεί.
Κι ας νόμιζαν πώς τό είχαν κατακτήσει. Χά!
Τί ώραία ψευδαίσθηση νά πιστεύεις
πώς όλα έχουν κατακτηθεί. Μιά κίνηση μόνο
φτάνει κι είσαι ριγμένος στο πάτωμα
μέ την κάννη στραμμένη καταπάνω. Τόσο άπλά
τόσο γρήγορα.
— Έφτασε στον πίσω κήπο. Τρέξτε. Δέν μένει πιά χρόνος.
— Κι ή κούκλα μου πού είναι πίσω στην κούνια;
— Δέν γίνεται πιά νά πάμε πίσω.
— Και ή κούκλα μου θά πεθάνει;
— Δέν πεθαίνουν οί κούκλες.
Μόνο οί άνθρωποι.
Ρυτιδώνουν παράξενα και χάνονται.
Ή άλλοτε έντελώς ξαφνικά
σβήνει τό φως και μένουν έκτεθειμένοι
στο άπέραντο σκοτάδι πού κυοφορούν. Κι όμως.
Ό κόσμος είναι άκόμα έδώ. Ό ήλιος συνεχίζει να πιάνεται
άπό τις ώρες καί να σκαρφαλώνει προς τη νύχτα
καί τα λουλούδια στον κήπο συνεχίζουν να σκορπούν ομορφιά. Ναί.
Ό κόσμος είναι άκόμα έδώ.
Καημένε Άδάμ ήταν ό πειραματισμός
της γεύσης πού σέ θανάτωσε. Τής γεύσης
τού μή-χρόνου, τής άπόλυτης αίσθησης τής αιωνιότητας
κι ή παρακμή τέλος τής κίνησης αύτής προς τό άμετάκλητο όπου άγγίζοντάς το
δηλητηριάστηκες μέ φθορά.
Τό σπίτι σέ λίγο θά παραδοθεί στή φωτιά.
Θ’ άπομείνει ή στάχτη
πάνω άπό κάθε έπιδίωξη σταθερότητας·
μνήμες άποστεωμένες
μνήμες κόκαλα άθαφτα σέ άγρια έρημιά.
Μ’ όλες τις ύλικές κατακτήσεις
νά χωρούν σέ μία χούφτα
δίχως χρησιμότητα.
Ένα τίποτα βαθιά μπηγμένο στή σάρκα
—άνίκανος νά σώσεις καί νά σωθείς— σκύβεις
καί ζητάς άπό τή μονιμότητα συγγνώμη.

*”Στο σκοτάδι μετέωρος”, εκδ. Μελάνι, Ιούνιος 2003.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s