“Ηλεκτρογραφία” του Ζ.Δ.Αϊναλή

Η ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή είναι μια ηλεκτρική εκκένωση που αιωρείται πάνω από τον νυχτερινό ουρανό και φωτίζει για μια στιγμή το αποτύπωμα που άφησαν τα πράγματα και τα γεγονότα στο πέρασμά τους στο χρόνο.

Ο χρόνος κάμπτεται, αποκτά χρώμα, σχήμα, μπορείς να τον λυγίσεις όπως τον συνδετήρα, για να παραβιάσεις μυστικά φυλαγμένα σε κλειδωμένα σεντούκια, μπορείς να τον ανακρίνεις για να μάθεις τα μυστικά του. Ο χρόνος έχει σχήμα/ μπορείς να τον πιάσεις/ να τον λυγίσεις/ συνδετήρας/ να τον ισιώσεις να προσπαθήσεις να ξεκλειδώσεις/ σπίτια ξένα σεντούκια/ ημερολόγια εφηβικά κοριτσιών/ αδημονούσες τα μυστικά τους/… έχει σχήμα/ πότε πυραμίδα πότε παγόδα κάποτε ζιγκουράτ/ πρέπει να τον συλλάβεις/ να ξεράσει τα μυστικά του/…

…πώς πότε ποιος/ ο χρόνος είπε/ ειν’ ο καλύτερος γιατρός/ έχει σχήμα/ νυστέρι βυθίζει άπληστα/ σ΄ όλες τις σάρκες/ αίμα και άλλο αίμα και άλλο αίμα…

Ο ποιητής περιγράφει, μέσα από θραύσματα στιγμών, ένα παρόν χαλκευμένο που μέσα του η ύπαρξη εξεγείρεται και ασφυκτιά με όσα συμβαίνουν στον κόσμο· τη διαχρονικότητα του πολέμου, την ωμή βία, την κρίση των ανθρώπινων αξιών, τα συρματοπλέγματα μεταξύ των ανθρώπων. Μέσα από το προσωπικό του βίωμα, περιγράφει την υπαρξιακή αγωνία τού ανθρώπου μπροστά στη μοναξιά και το θάνατο, αλλά και ένα άλλο είδος φθοράς που πηγάζει από την πραγματικότητα, ένα είδος απόσυρσης από τα μεγάλα όνειρα. Την αίσθηση μιας αδράνειας που προκύπτει από την αδυναμία του ανθρώπου να επηρεάσει τη ζωή του μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που παραλύει την πρωτοβουλία και μουδιάζει τη σκέψη. Ό,τι είναι αληθινό και έχει αξία για τον άνθρωπο μοιάζει να έχει αντικατασταθεί με κάτι ψεύτικο που δίνει την ψευδαίσθηση της ευδαιμονίας.

Σαν κλείσω τα μάτια/ δαιμονισμένα χοροπηδούν κβάντα/ σαν τ’ ανοίξεις/ το κεφάλι μου σ’ ενυδρείο/ περικεφαλαία σκαφάνδρου/ χρυσόψαρα μ’ απορία/ βόσκουν στις ρίζες του/ ψεύτικα φαγιά που τους πετούν οι αφέντες/ γελούν και δείχνουν/ με τα ψόφια τους δάχτυλα/ γυάλινα κι άδεια/ τα νεκρά μου μάτια/ πισ’ απ’ τα ψάρια/ σκοτάδι.

Ο χρόνος λιμνάζει, η επιθυμία και η λαχτάρα για ό,τι αξίζει και δίνει αξία στον άνθρωπο διαχέεται στην ποίηση του Αϊναλή. Ο πόνος της στέρησης από μια ζωή αληθινή αιωρείται σαν ομίχλη πάνω από τις λέξεις, μάταια προσπαθεί να εξηγηθεί από τους νόμους της φυσικής και της χημείας.

Ο θείος έρωτας, εκείνος που τόσο έχουν υμνήσει οι υπερρεαλιστές, η κινητήριος δύναμη για να αλλάξει τον κόσμο, δεν υπάρχει πια, έχει καταντήσει προϊόν συναλλαγής.

Μια γυναικεία μορφή επιπλέει εγκλωβισμένη σε μια γυάλα και μοιάζει να είναι σε κατάσταση προχωρημένης μετάλλαξης, …φύκια φυτρώνουν ανάμεσα στα πόδια της, λικνιζόμενα στο ρυθμό των ρευμάτων, ένα σκυλόψαρο είναι κρεμασμένο με τα δόντια από τα χείλη της, ολόγυρα ψεύτικα βράχια, φυτά. Από πάνω της αργά βυθίζονται αμέτρητ’ αγκίστρια τορπιλισμένα. Όλοι ζητούν από ένα κομμάτι της…

Ο χρόνος γίνεται ένα ατέρμονο παρόν, μέσα του επιπλέουν θραύσματα αναμνήσεων, ερείπια άλλων εποχών. Η πνευματική κληρονομιά του ανθρώπου ψυχορραγεί μέσα στο μετανεωτερικό τοπίο.

Τα ποιήματα γίνονται ηλεκτρογραφίες της κατάστασης του ανθρώπου στη σημερινή εποχή. Ρίχνουν για μια φασματική στιγμή τον προβολέα τους στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, όπου η αγωνία του ανθρώπου μεγεθύνεται από το σκοτάδι της νύχτας: Ξένα τα πιο δικά μας στο σκοτάδι./ Η πράσινη πολυθρόνα με τ’ άσπρα μπράτσα μεταμορφώνεται σε ηλεκτρική καρέκλα/ ο καλόγερος με τα σπασμένα άκρα δήμιος και τοποθετεί ηλεκτρικά καλώδια στο κρανίο σου/….

Στα κατεστραμμένα τοπία μιας βομβαρδισμένης πόλης, που θυμίζει τόσο σε περιγραφή την Γκουέρνικα του Πικάσο … δεν τολμάς να κοιτάξεις σε τρομάζουν τα κομμένα πόδια που/ εξέχουν άνθη σε μακάβριο ανθοδοχείο/ σταχτοδοχείο η πολιτεία απέραντο κατεσπαρμένο με πτώματα/ βίαια σβησμένα διαμελισμένα κεφάλια αλόγων ταύρων μινωταύρων/ –ο μίτος της Αριάδνης απ’ την αρχή μια απάτη,/ ―ποτέ δεν τον πίστεψες―/ μια κίτρινη άρρωστη βροχή ξεπλένει τώρα το αίμα.

H ποίησή του, αν και γραμμένη σε πρώτο ενικό, είναι πολυφωνική, δεν είναι πάντα ο ποιητής που μιλάει… Συχνά ακούς να παίρνει το λόγο η φωνή ενός αγάλματος, που στην ουσία είναι αλληγορία για τον άνθρωπο που αισθάνεται άδειος και ανήμπορος να επέμβει και να επηρεάσει τις καταστάσεις.

…Πού θα σταματήσει σκέφτομαι ετούτος ο θάνατος/ ετούτος ο τρόμος/ τι άλλο απομένει να κάνεις/ άμα ο νεκρός τίποτα πια δεν κοστίζει/ στις διεθνείς χρηματαγορές/ λένε/ έπεσε στα δέκα λεπτά το κεφάλι/ κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια/ άχρηστο άπρακτος/…

Στο ποίημα «Εγκαλούμενοι», η πορεία των ανθρώπων στην έρημο λειτουργεί όχι μόνο σαν αλληγορία για τον σημερινό άνθρωπο που βιώνει την καθημερινότητά του σαν μια συνεχή έρημο, αλλά και σαν περιγραφή των δεινών των προσφύγων που φεύγουν από τις εμπόλεμες περιοχές της πατρίδας τους και περιπλανώνται, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Θυμίζει συνειρμικά την περιπλάνηση των Ισραηλιτών στην έρημο του Σινά.

Το ποίημα «Επικήδειος» αναφέρεται στην άδικη εκτέλεση, εν ψυχρώ από την αστυνομία των Η.Π.Α. ενός νεαρού άνδρα που απλώς πήγαινε στη δουλειά του και βρέθηκε σε λάθος σημείο τη λάθος ώρα, ήταν ο Jean Charles de Menezes. Ο ποιητής σκιαγραφεί το ψυχολογικό προφίλ του εκτελεστή, που παρουσιάζει σαν τη μοντέρνα εκδοχή του δημίου μιας άλλης εποχής, θέλοντας να δείξει ότι έχει ακόμα τη θέση του στα πλαίσια ενός κράτους που δηλώνει δημοκρατικό και ευνομούμενο. …Φρίκη είναι η πεταλούδα που πληγώνει/ το μικρό διάστημα/ στο κενό της αστραπής/ ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία/ δαγκώνει τα χείλη να μην ουρλιάξει/ στον τοίχο καρφωμένο καρφώνει/ το μάτι με πελώριες πρόκες / ο βασανιστής/ χτυπά το σφυρί δίχως αισθήματα/ παίρνοντας τον ρόλο του κάπως πολύ στα σοβαρά/ το αίμα το χυμένο/ τι να το κάνω/ βούτηξε μέσα τους σπασμένους εγκεφάλους/…

Στο σύνολό της, η ποίηση του Ζ. Δ. Αίναλή έχει ένα συνεχές déjà vu, μια διαρκή ανάμειξη του παρόντος με την ιστορία. Αυτό διαφαίνεται και από την ποιητική του γλώσσα, η οποία εντάσσει με άνεση και δεξιοτεχνία τα αρχαία ελληνικά στη γλώσσα της καθημερινότητας. Αντανακλά τη διάθεση και την ικανότητα του ποιητή να συνδιαλέγεται με την ιστορία και να αντλεί από εκεί συνειρμούς και εικόνες που αντικατοπτρίζουν και κάποτε ερμηνεύουν το σήμερα. Ο ποιητής ψάχνει στο παρελθόν να βρει απαντήσεις για τα δεινά του παρόντος και κάθε φορά σκοντάφτει πάνω στη διαχρονική δίψα του ανθρώπου για χρήμα και εξουσία. Στην ποίησή του οι χρόνοι συγχέονται για να αναμοχλεύσουν το παρελθόν που κρύβεται πίσω από τα καθημερινά συμβάντα. Άλλοτε πάλι, αποδομεί τους μύθους. Όπως στο ποίημα «Εν Βηθλεέμ»… Εδώ οι τρεις μάγοι μετατρέπονται στους εκπροσώπους των ιερατείων που προέβλεψαν τη δυναμική της νέας θρησκείας και μετέτρεψαν το δίδαγμα της αγάπης σε σύμβολο για την επιβολή της κυριαρχίας τους ανά τον κόσμο.

Η εξαγορά στάθηκε άμεσως/ τα χρυσία πάντως όσο να’ ναι στραφτάλιζαν/ κάπως παράταιρα πεταμένα έτσι/ στην κοπριά…
«Κούσκο, Περού, 1572 μ.Χ. ή Η Μελαγχολία της Αντίστασης», είναι ο τίτλος του ποιήματος που έγραψε ο ποιητής για να τιμήσει το θάνατο ενός φίλου, θεωρώντας τον σημάδι τέλους μιας εποχής. Η ημερομηνία σηματοδοτεί το τέλος του πολιτισμού των Ίνκας, από τους Ισπανούς κατακτητές, όταν τους απαγόρευσαν το δικαίωμα να ασκούν τη δική τους θρησκεία και γκρέμισαν τους ναούς τους, κτίζοντας στη θέση τους εκκλησίες.

Ο ποιητής αμφισβητεί τους νόμους της συμβατικής φυσικής, όπως διδάσκεται στις μαθητικές αίθουσες και παλεύει να βρει τη δύναμη αντιστάσεως μιας λυχνίας καμένης. …σπρώχνω το φως/ από πόλο σε πόλο/ μετρώντας τις μικρές κίτρινες δυνατότητες/ άπειρες/ κι όχι κατά πως παπαγάλιζαν καθηγητές ελέφαντες/ σ’αίθουσες μαθητικές διδασκαλίας ειδεχθείς/…

Στην ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή το παρελθόν επηρεάζεται από το παρόν που αλλάζει τις ιστορίες των μύθων. Οι ήρωες τους έρχονται στις ακτές του παρόντος για να πεθάνουν. Όπως ο Οδυσσέας που τον βρίσκουμε μετά από μάταιους αγώνες και την προδοσία των συντρόφων του φυλακισμένο σε κάποια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων/… να κοιτάζει τα αυτοκίνητα/ κόκκινα κίτρινα φώτα περαστικά/ απ΄το παράθυρο/ κρύπτη/ σκοτεινή εσοχή/ πεθαμένα πορτρέτα στη σειρά/ πανάρχαια περικλεών τεκόντων βλοσυρά/… έξω/ ο δρόμος/ κειτόταν ακίνητος/ σκοτωμένος/.

Ο μονόλογος του Τηλέμαχου στο αντίστοιχο ποίημα, δείχνει ότι απέτυχε στην προσπάθειά του να βρει συμμάχους για να βοηθήσει τον Οδυσσέα να επανέλθει στην εξουσία. …Τις παλάμες μου κόψανε λάφυρα στον άλλο πόλεμο/ λαθροκυνηγοί/ ό,τι περίσσεψε το χώρεσαν σε σκουριασμένους χαλκάδες/ γι’ αυτό και τώρα βλέπεις να κρατώ με τα δόντια το καλαμάρι με τη γλώσσα να βάφω/ τη σελίδα κατάστικτη/ σταγόνες το αίμα μου…

Ο μονόλογος της Πηνελόπης φανερώνει ότι ο Οδυσσέας ποτέ δεν επέστρεψε στην Ιθάκη.
Το πρόσωπο του ανθρώπου έτσι που το κατάντησαν γέμισε ρήγματα/ έτσι βρεμένος/ τα μετράς στον καθρέφτη/ υπόμνηση ματαιωμένων υποσχέσεων ευτυχίας/…

Ο ποιητής ταυτίζεται με τον Τηλέμαχο του αρχαίου μύθου, εκείνον που ταξίδεψε προς αναζήτηση συμμάχων για να επαναφέρει τη συμβολική τάξη και τη δικαιοσύνη στην Ιθάκη και να δώσει τέλος στη νύχτα των μνηστήρων.

Ο ποιητής αποδεικνύει όντως ότι ο χρόνος είναι νυστέρι, που βυθίζεται άπληστα σε όλες τις σάρκες προκαλώντας αίμα και άλλο αίμα…, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο ποίημα του, «Ο χρόνος». Ωστόσο ο χρόνος δεν παύει να είναι και ο καλύτερος γιατρός γιατί καθαρίζει την πληγή ώστε να μπορέσει να επουλωθεί, έστω κι αν αφήσει σημάδια.Το ίδιο κάνει και η γραφή του ποιητή, η οποία βυθίζει βαθιά το νυστέρι της και ανατέμνει το χρόνο, για να βρει τις αιτίες της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Παρόλα αυτά η γραφή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συντείνει στην επαναμάγευση του κόσμου, στην επιθυμία για αναζήτηση της αληθινής ζωής και αυθεντικών συναισθημάτων, στην αναζωπύρωση της ελπίδας για δικαιοσύνη στο κόσμο, γιατί όπως γράφει ο ποιητής στο ποίημα του «Εγκαλούμενοι», νιώθουμε …πρώτη φορά να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάστακτα η ευθύνη…
Κατερίνα Τσιτσεκλή 

In terra Pontica

Κι όμως δεν πέθανα
εκτοπίστηκα στο βάθος της πιο μικρής σχισμής
στον πιο απρόσμενο από τους τοίχους του σπιτιού μου
από κει στέλνω στη Ρώμη επιστολές γεμάτες παράπονα
τους Καίσαρες κωλογλείφοντας
τις νύχτες κρυφά
διασχίζοντας χίλιους κινδύνους
η μάνα μου
μουσκεμένη σύγκορμη στον Αχέροντα
μου’ φερνε
ένα χέρι χαρακωμένο απ΄τα συρματοπλέγματα
τα τσιγάρα πακέτα
μολονότι δεν κάπνισα ποτές μου
εγώ
τι να κάνω
τα’παιρνα από συμπόνια
για όλη αυτή την άχρηστη αυτοθυσία
το πρωί τα μοίραζα στους πελεκάνους
σε κείνα τα μεγάλα σα σπηλιές στόματά τους
απόθεσα όλα μου τα υπάρχοντα
τα μεταφέρουν μυστικά
πετώντας άσκοπα
πάνω από ανύπαρκτες θάλασσες
και ήλιους καμένους
όσο για τον υπόλοιπο χρόνο
αποκλεισμένος στο νησί μου
προσμένοντας τη θριαμβευτική τους επάνοδο
σκοτώνω την ώρα μου
εκτοξεύοντας
με συνετήν διαχείρισιν κι οικονομία
κόκκους άμμου
στο περιβάλλον
συρματόπλεγμα
για δυνητικές ελέγχοντας
μελλοντικά
ηλεκτροπληξίες.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λογου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2019/06/blog-post_12.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s