Ευριπίδης Δρατσέλος, Ο λύκος που έπινε νεράκι

Είναι νυχτιές
που τ’ άστρα αψηφούν
και τα μαυρίζουν,
και μόνο το φεγγάρι
καταδέχονται,
ολόγιομο, μες τα κλαδιά,
για να βαστιέται,
δριμύ και παγωμένο,
σα σιωπή,-σα θάνατος/
Είναι νυχτιές
που λύκος ομμοι-άζεις,
ξελιγωμένος,
από μια πείνα αβάσταχτη,
κρυφής ανάγκης,
-στην πόρτα του ψυγείου-
για κρέας νωπό,
κι η πλάση κρύβεται.
Σε τρέμει,-Σε φοβάται.

Μα είναι φορές
που και τα άστρα νικούν
και αναβοσβήνουν,
πάνω από το ταβάνι
και σ’ ορέγονται,
κάθε αδύναμη φορά,
που δε βαστιέται,
βάρος σχηματισμένο
στο λαιμό,-σαν κάματος/
Για λίγες στιγμές
που στα βουβά φωνάζεις,
και ιδρωμένος,
με μια δίψα αβάσταχτη,
άμεσης ανάγκης,
-στην πόρτα του ψυγείου-
για κρύο νερό,
και η κάψα μαίνεται.
Σε πνίγει.-Και κοιμάται.

*Από τη συλλογή «το 18», εκδόσεις Κύμα, 2018.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s