Beatriz Hausner, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΡΑΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΜΗΧΑΝΗΜΑ

Όταν άντρας πλησιάζει το μηχάνημα
φαντάζεται γυναίκα καμωμένη από τετράγωνα
και ψηφία, το στόμα της άφωνο και υγρό.

Εμφανίζονται αστέρια. Τα κλειδιά πολλαπλασιάζουν την καμπύλη
σε ένα άηχο σύμπαν όπου άντρας
μουρμουρίζει τον τόνο του πόθου αιφνίδιο κι ανήσυχο.

Μιλώντας σε ξένες γλώσσες σκάβει
ένα νέο θεμέλιο για τον πύργο της Βαβέλ
ενώ οι στρατοί του αφήνουν την πατρίδα πίσω.

Όταν γυναίκα πλησιάζει το μηχάνημα η αγάπη της
οπισθοχωρεί μέσα σε πρίζες όπου ζει ξέφρενα με θόρυβο.
Τρελή βασίλισσα μέλισσα χρησιμοποιεί μηχάνημα και φαντάζεται

τα φρούτα της αργά να μεταμορφώνονται σε κέικ και άλλες λιχουδιές
που κόβει στα τέσσερα σαν ατέλειωτο σώμα
ωμής σάρκας. Αιχμάλωτη των λειτουργιών του γυναίκα

απολαμβάνει την αποτελεσματικότητα του μηχανήματος, γιορτάζει
ρουφηχτούς θορύβους του μηχανικού της συντρόφου
καθώς ταξιδεύουν στο διαστελλόμενο σύμπάν του σπιτιού της.

Όταν μηχάνημα πλησιάζει άντρα και γυναίκα,
υποκείμενα ασυμφωνίας, περιφέρεται χαμένο γρονθοκοπώντας
τον θυμό του σε πλαστικές επιφάνειες, ουρλιάζοντας παράπονα

στα ασύρματα όργανά του που αντικαθιστούν την παιδική ηλικία
με τη μελαγχολία σκοτεινών οιωνών αέναα
μέταλλα που εκρήγνυνται τη νύχτα. Κλαίει

λαχταρώντας εκείνη την πρώτη ευτυχία, την εντυπωσιακή
στιγμή που εμπεριέχεται στα τρανταχτά γέλια μανάδων
και πατεράδων καθώς παίζουν στην πρώτη χώρα της ευτυχίας.

***

Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΝΤΟΥΛΑΠΑΣ

Η ερωμένη μπαίνει
στην ντουλάπα βρίσκει τα ρούχα της
είναι ώριμα φρούτα προσεκτικά στοιβαγμένα
εποχικά μέλη ξεριζωμένα

κληροδοτημένα απ’ τις μανάδες
των μανάδων που έραψαν την καρδιά.
Κυρά του ταιριαστού σκοντάφτει σε άγκιστρα
και μάτια φύλακες του σε ψαρο-

κόκαλο κολάρου με ανάποδες πιέτες που πέφτουν
στον λαιμό του περυσινού
απαραίτητου φορέματος κουφαλιασμένο
δέντρο πλαγιασμένο στα αγαπημένα

χαμόγελα απ’ το πέτρινο κρεβάτι του.
Λαχανιασμένη η ερωμένη ανοίγει
τη συρταροθήκη μεταξωτά κιμονό
γνέφουν από ένα λιβάδι κόκκινα

παπούτσια που διψούν για πόδια
και δέχονται επίθεση από όχλους που καβάλα σε άλογα
καλπάζουν αντίθετα στη φορά του ρολογιού
προς το ποτάμι που διασχίζει τον άνθρωπο

από μανίκι σε μανίκι.
Οι γάτες του ξεπεζεύουν.
Εμβληματικά κουμπιά προηγούνται
των κυκλοθυμικών δαχτύλων

των χεριών του καλεσμένα της σταυρο-
βελονιάς: με πόθο στις ραφές
εκείνη προσπερνά τους άχρονους κορσέδες της
και πυροβολεί κουφόπιετες.

Η ερωμένη στέκεται δίπλα
στην ντουλάπα της καθορίζει
τη θέση των πατζακιών στα παντελόνια
κεντραρισμένα φερμουάρ σε βελούδο

σακάκια που επιβαρύνουν
την πραγματικότητα στις φούστες της.
Επινοεί κουμπότρυπες
για τον εραστή της: είθε η γλώσσα του

να υφάνει το κοράλι της μέσα της.
Αιχμηρή σαν ξυράφι η φωνή του σηκώνει
τις βουκολικές εκτάσεις των
ποδιών της που ξεδιπλώνονται οι πιέτες των προγόνων του

χαμογελούν από παλιομοδίτικα παντελόνια καμπάνες.
Πλεγμένα απ’ την καλή και την ανάποδη τα τρουκ
ενώνονται στη ρίζα όπου πρώτα
άντρας και γυναίκα ράβονται

ο ένας με τον άλλον με της αγάπης τις ελαστικές
βελόνες. Δεμένη μόλις ελευθερώνεται
η ερωμένη φτάνει βαθιά μέσα
στην ντουλάπα κλαίγοντας ύστερα

την κλειδώνει πετά μακριά το κλειδί.

*Από τη συλλογή ”Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, εκδ. Βακχικόν, 2019.
**Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη.
***Πρόλογος: Μικαέλ Λεβί.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s