Jules Supervielle, Ποιήματα

Αιχμή φλόγας

Όλη του τη ζωή
Του άρεσε να διαβάζει
Μ’ ένα κερί
Και συχνά περνούσε
Το χέρι πάνω απ’ τη φλόγα
Για να πειστεί
Πως ζούσε,
Πως ζούσε.
Από τη μέρα του θανάτου του
Έχει στο πλευρό του
Ένα κερί αναμμένο
Αλλά κρατάει κρυμμένα τα χέρια.

*

Είμαι τόσο μακριά από σας σε τούτη τη μοναξιά
Που για να σας φτάσω
Πλησιάζω το θάνατο στη ζωή μια στιγμή
Και σας αρπάζω τα χέρια, μικρά οστά αγαπημένα.

*

Μέσα στο δάσος το άχρονο
Κόβουν ένα μεγάλο δέντρο.
Ένα κατακόρυφο κενό
Σε σχήμα στύλου τρέμει
Πλάι στον κορμό που κείτεται.
Ψάξτε, ψάξτε πουλιά
Τη θέση της φωλιάς σας
Σ’ αυτή την υψηλή ανάμνηση
Όσο θροΐζει ακόμα.

*

Μένει μόνο ένα καθάριο στήθος αμετακίνητο στη μνήμη
Και το αγκάλιασμα γυμνών χεριών που χρωματίζει φως αρχαίο,
Πυκνά μαλλιά πάνω από μέτωπο χλιαρό ακόμα
Σε πείσμα του χρόνου που δεν μπορεί πια τίποτα ενάντιά του.
Κι αυτή η διχασμένη ανάμνηση αντιστέκεται σκληρά στη λήθη
Στο βάθος μιας απόλυτης σιγής, μοναδικού φρουρού σ’ αυτά τα μέρη.

*

Ο περιπλανώμενος
Έχω, αλίμονο, τόσες φορές αλλάξει ουρανό,
Αλλάξει τρόμο και αλλάξει πρόσωπο,
Που δεν καταλαβαίνω την καρδιά μου πια
Έτσι που πάντα περιορίζεται στην ίδια τη σφαγή της.

*Jules Supervielle, Ποιήματα. Μετάφραση: Ντενίζ Ανδριτσάνου, εκδόσεις Printa.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s