Γιῶργος Μπλάνας, Επεισόδιο – Ένα πολιτικό ποίημα

Ι


ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ
 
[‘Απ’ τό ταβάνι κρέμεται μιά λάμπα πετρελαίου. Λίγο φῶς, ἄπλυτο, τσαλακωμένο, ἀξύριστο, πέφτει πάνω στόν ἄντρα πού προσπαθεῖ ν’ ἀνοίξει δρόμο ἀνάμεσα σέ χαρτιά, στό τραπέζι μιᾶς ἀνύπαρκτης σάλας. Μοιάζει ἤδη νεκρός, θαμμένος σέ μιά πυραμίδα ἀπό χαλιά κρεμασμένα στά παράθυρα, γιά νά μή φεύγει σταγόνα φῶς ἀπό τό ναυαγισμένο σπίτι. Πεταμένο στό πάτωμα, ἕνα πανωφόρι στρατιωτικό. Τά διακριτικά του τόσο φθαρμένα πού δέν ξεχωρίζουν. Δέν ἔχει σημασία. Οὔτε πώς ὑπῆρξε φοιτητής τῆς Θεολογίας. Σημασία ἔχει πώς κατηγορεῖται γιά ἐγκλήματα πολέμου καί πώς ὁ μοναδικός φίλος του εἶναι μακριά, ἀσφαλής μέσα στήν ἔπαρση τῆς δοκιμασίας του, ἀπό τόν καιρό πού ἄφησε τή Στρατιωτική Ἀκαδημία γιά νά μονάσει. Ὁ ἄντρας γράφει στό φίλο του. Τό γράμμα δέν τό ταχυδρόμησε ποτέ. Ἐξ ἄλλου, θά ἦταν μάλλον ἀπίθανο νά ἔφτανε στόν παραλήπτη. Βρέθηκε πάνω στό τραπέζι κι ὁ ἄντρας νεκρός. Ἄγνωστο ἄν αὐτοκτόνησε ἤ ἐκτελέστηκε. Ὁ φίλος του σκοτώθηκε στό βομβαρδισμό τοῦ μοναστηριοῦ, ἕνα μήνα πρίν. Κάπου στά Βαλκάνια. Νύχτα.]
 
Ἐγώ, ὁ Στέφανος, ἀνάξιο πλάσμα
- πεταμένο τό ὑλικό πού ξόδεψε ὅποιος μ’ ἔφτιαξε
ἀπό λάσπη ἤ ἀπ’ ὄνειρα, ὅπως λένε, 
χαμένη ἀνάσα ἡ φωνή πού ἔφραξε τ’ ὄνομά μου
σέ Παράδεισο ἤ Κόλαση, παλιόξυλο τό δέντρο
ἀπ’ ὅπου ἔκοψα τό κάτεργό μου -
θύτης στόν πόλεμο καί θύμα στήν εἰρήνη,
μέ τήν ἴδια ἔξαψη, τήν ἴδια προθυμία, τήν ἴδια ἀφοσίωση,
πρός τόν ἄξιο μοναχό Τιμόθεο,
κάποτε ἀγαπημένο συμμαχητή Γκοράν,
φίλο τῶν παλιῶν μου ἀτοπημάτων
κι ἐχθρό τῶν τωρινῶν μου ἐγκλημάτων.
Ἄν ἔχεις κάποια ἰδέα τί σκέφτεται ὁ Θεός
γιά τήν κατάντια μας, γράψε μου ἀμέσως.
Δέ θά’ θελα νά μ’ ἔβλεπε ἔτσι ἀνοχύρωτο μπροστά του.
Ἄν δέν ἔχεις, τί κάνεις ἐκεῖ πέρα στίς ἐρημιές; 
Τόσο ἀκατάδεκτος ἔγινες πιά μέ τή ζωή,
ἐσύ πού ὑποτίθεται πώς ἤξερες καλά 
πόσο θηρίο ἀναιρεῖ κάθε ψυχή 
καί πόσο αἷμα ἀποσιωπεῖ ἡ σάρκα;
Θυμήσου κήπους!

Ὅσο γιά μᾶς,
ἐξακολουθοῦμε νά ἐμπιστευόμαστε τό σῶμα μας,
ὑπόχρεοι σ’ ἔναν ὄλεθρο συμβατικό·
κάτι σάν τραῦμα σέ πεδίο μάχης.
Τί λιγότερο θά μποροῦσες νά φοβηθεῖς;
Ἐπενδύουμε στό θάνατο.
Στήν ἀρχή εἶναι πάντα…ἐποικοδομητικά!
Ξεριζώνουμε τά χωριά τό ἕνα μετά τό ἄλλο.
Ὕστερα…λασπώνουμε, συμπεριφερόμαστε στόν ἄμαχο ἄνθρωπο
σάν πεινασμένοι λύκοι. Θά μᾶς ἐκδικηθοῦν, ὑποθέτω.
Τούς ἐκδικούμαστε προκαταβολικά καί πάει λέγοντας,
σφάζοντας, ρημάζοντας, αὐτοκτονώντας ὅλη μέρα
ἐπιβιώνουμε τή νύχτα. Νεκρώνονται τά σπλάχνα μας
ὅταν χιμᾶμε σέ σπλάχνα ἄλλων. Καθένας ξενυχτάει 
πολλούς νεκρούς γιά νά μήν κλάψει τό δικό του.
Ζητᾶμε μιά πηγή καί εἴμαστε πλασμένοι ἄμμος.
Καθένας γίνεται ὅλο καί περισσότερο…ἄνθρωπος.
[Κι ὁ ἀετός στά ὀρεινά φτερά του ἐλπίζει ἕνα τέλος πεδινό!]

Ἐγώ δέν εἶμαι πιά ὁ κυνηγός πού ἤξερες.
Κατάλαβα πώς ὁ νεκρός ἀπουσιάζει.
Ποιόν νά ρωτήσεις γι’ αὐτή τήν ἀπίστευτη ἔκλειψη;
Θέλεις νά φωνάξεις: «Τά χέρια του, τά χέρια του, 
ποῦ εἶναι τά χέρια του, ἕνας ἄνθρωπος χωρίς χέρια,
τί φρίκη, τί ἀβάσταχτη φρίκη!» καί σκέφτεσαι:
«Τά χέρια του, αὐτά τά χέρια δίχως ἄνθρωπο! »
Πρόκειται, τό δίχως ἄλλο, γιά ἐθισμό. 
Τί σημασία ἔχει ἄν ἡ γλώσσα 
δέν ἀπαιτεῖ νά θάψεις τά σφάγιά της,
σκάβοντας μέ τά χέρια ἕνα χῶμα σκληρό σάν ἀξίνα;
Τί κερδίσαμε ἀπ’ αὐτή τήν ψυχαγωγική εἰρήνη;
Θεατές ἤμασταν. Ἀφήναμε στήν ἄκρη 
ἀγωνίες κι εὐαισθησίες. Ὅταν κάποιος ξέφευγε
τό βλέμμα τοῦ θηρίου, οὐρλιάζαμε σκοτεινά, 
σάν νά χάναμε τό τρόπαιό μας. 
Θηρία ἤμασταν ἀκυρωμένα στήν κερκίδα.
Ὕστερα, τό θύμα ἔπεφτε πάντα στήν παγίδα.
Κάποτε διαμαρτυρόταν μαρτυρικά,
κάποτε δέν προλάβαινε κάν νά βογκήσει
τόν τρόμο τῶν ἀδίστακτων νυχιῶν.
Ξερνοῦσε τόν ἀέρα ἀλύπητα, 
θαβόταν ἤδη στήν κατάντια του, 
πρίν παραδώσει τόν πανικό τῶν ματιῶν του,
τόν ἱδρώτα τῶν χεριῶν του, 
τήν καταδίκη τῶν χειλιῶν του.
Σηκωνόμαστε μέσα μας, ζητοῦσαμε νά δοῦμε
πῶς ἀναβλύζει ὁ θάνατος ἀπό παραίτηση.
Πεινοῦσανε τά μάτια μας ὅ,τι ξεδίψασαν τ’ αὐτιά μας.
Ἀνοίγαμε τήν καρδιά μας στά θηρία, 
τ’ ἀποθεώναμε, μέ βλέμμα ὀρθάνοιχτο.
Προσευχόμασταν αἰώνια δόξα στίς κοιλιές τους.
Οὐρλιάζαμε ταχύτατες ἀνάσες, 
μαστιγώναμε τήν ὀργή νά τρέξει λύσσα.
Τρίζαμε τα δόντια μέ μανία, 
κομματιάζαμε μέ ξεραμένα χείλη
ὅ,τι ἀπέμενε ἀπ’ τό σφάγιο στήν ἀρένα.
Θηρία στήν κερκίδα ἐγκλωβισμένα.
Εὐάερη, εὐήλια κερκίδα, γυάλινη ἀρένα…

Πόσο φῶς μπορεῖ ν’ ἀντέξει 
μιά βιαστική ἀναπαράσταση ἀπελπισίας;
Ἕνα κομμένο χέρι τό πολύ.
Δέν προλαβαίνεις κάν νά μετρήσεις τά δάχτυλα.
Κάποτε, ὥρα περίεργη βαμμένη πορφυρή,
σκέφτεσαι: κι ἄν περίσσευαν δέκα λαγκάδια ἀηδόνια σκοτεινά,
κι ἄν ἔλειπαν εἰκοσι τέσσερα φεγγάρια ξάγρυπνες αὐλές;
Πῶς θά ὑπολογίσεις πόση φτώχεια θέρισες, 
σπέρνοντας τό αἷμα σου σ’ αὐτό τό βράχο
πού ἰσορροπεῖ, σάν μεταφυσικός παλιάτσος, στό ἀδιανόητο;
Σκοτάδι, σκοτάδι κι ἐμεῖς μετανάστες 
στήν τύφλα τῆς βαρυτικῆς μας ραθυμίας.

Στό τέλος, ἀπελπίζεσαι,
νιώθεις πώς μόνο σάν ἄνθρωπος μπορεῖς νά πεθάνεις,
ποτέ σάν φύλλο. Ἀλλά εἶναι νύχτα 
καί τά κεράσια, πίσω στό χωριό, 
βάφουν τόν ὕπνο σου, στολίζουν τίς μάντρες τῶν σπιτιῶν,
γιά νά περάσει ξύλινος ἐκεῖνος ὁ ἐκδρομικός θεός τῆς ἐφηβείας.
Ὁ ἴδιος ἀρχαῖος ἄνεμος τόν συνοδεύει 
μέ δέντρα, θάμνους καί πουλιά.
Εἶναι μιά εἰκόνα. Συμφωνῶ. Ὅταν ἀρχίσει νά γλυκαίνει,
τήν κόβεις, τήν τρῶς, τήν ξεχνᾶς 
στίς φλέβες, στά νεῦρα, στά κόκκαλά σου,
ἤ τή χαρίζεις στό σκουλήκι.
Ὅμως δουλεύει πάντα πρός τά ἐπάνω
τό δικό της ναυάγιο.
[Μήν προσπαθήσεις νά ξεφύγεις, τώρα πού ἀρχίζω νά μιλάω!]

Αὐτό πού ζοῦμε δέν εἶναι ὁ κόσμος,
τ’ ἀπομεινάρια του εἶναι στά νύχια καί στά δόντια μας.
Νιώθουμε βρώμικοι, ἀλλά εἶναι χορταστικό:
ἔστω, παρήγορο, ἄν πρόκειται νά πεθάνεις 
σάν λύκος χωρίς κυνόδοντες.
Μιλᾶμε, ἀλλά ἀπευθυνόμαστε στόν ἑαυτό μας.
Τόσο μοναχικοί τήν ὥρα τοῦ θριάμβου,
τόσο λίγο γεναιόδωροι μέ τά κίνητρά μας.
Σάν νά μᾶς φωτογραφίζει ἡ ἴδια ἡ ἱστορία 
γιά λίγα κέρματα, σέ κάποιο ἤδη 
παρηκμασμένο θέρετρο, τελευταία φορά.

Ἔχω μαζί μου μιά παλιά φωτογραφία.
Στέκεσαι ἀπερίγραπτα ἀποφασιστικός, 
προσπαθώντας νά κατευνάσεις 
τά πνεύματα πού ὀχλαγωγοῦν στό βλέμμα σου,
σχεδόν χωρίς χείλη ἀπ’ τήν προσπάθεια, 
σχεδόν χωρίς δάχτυλα ἀπό τήν ὀργή.
Μά τί περίμενες, λοιπόν; 
Πῶς νά τά βγάλει πέρα ἕνας θεός, μέ τόση συννεφιά ψυχῶν;
Ἕνα φύσημα καί θά χιονίσει ὄλεθρο, ξέρεις ἐσύ! 
Ἐγώ, μιά σειρά παραπάνω, σκοτεινός μέσα στά μάτια
πού δέν κατάλαβαν ποτέ τί πεινοῦσαν, τί διψοῦσαν, 
τυφλός μέσα μου μέχρι τρέλας. 
Κάτι μποροῦσες νά διαβάσεις, κάτι διάβασες,
δέν ἔμαθα ποτέ: λίγο τό φῶς. 
Δίπλα μου ἐκεῖνο τό περίεργα φτερωτό κορίτσι,
κουρνιασμένο στά κεράσια τῶν χειλιῶν του, 
ν’ ἀτενίζει ἕνα ἐλάφι φῶς στήν κορυφή τῶν ἡμερῶν μας.
Δέ συγκλονίστηκες ἐσύ τό κελάηδημά του, Γκοράν. 
Τιμόθεε, Γκοράν, ὅσα πουλιά ὀνειρεύτηκε τό ἀντικρινό βουνό,
τόσα κλαδιά δέν τόλμησαν τά θάμνα
κι ὅσες ἀκτές λαχτάρησε ἡ θάλασσα ἡ μακρινή,
τόσον ἀφρό δέν τόλμησε τό κύμα.
Σκέφτομαι τώρα, τί ἐπέμενε ὁ γέροντας εὐκάλυπτος,
δείχνοντας ἕνα κάθετο σκοτάδι, 
ὅταν ἡ μέρα καιγόταν πίσω ἀπ’ τό βουνό;
 Μετά, γαλήνη καί σιωπή. 
Θυμᾶσαι; Ἔλεγα ἑρπετό κι ἔλεγες γεράκι.
Κοιμᾶται χρόνια σκόνη τό ἐρπετό 
κι ἀσφυκτιᾶ χρόνια αἰθέρα τό γεράκι.
Τί περιμέναμε, Τιμόθεε, Γκοράν;
Τόν εἶδαμε νά τρέχει, φορτωμένος τό χειμώνα,
νά χώνεται στήν τρύπα του· ὕστερα, 
τήν ὥρα τῆς λειτουργίας, ν’ ἀνεβαίνει 
μιάν ἀπόγνωση κατακόρυφη στό σῶμα τοῦ ἐσταυρωμένου.
Τί θά κέρδιζε ἀπ’ αὐτή τήν περιπλάνηση;
Ἕνας θεός μυρμήγκι στό κάτεργο τῆς σάρκας,
Μεγάλη Πέμπτη! Τί ἔλεγα, Γκοράν; Τόν ἔθαψαν κρυφά.
Μᾶς ξεγέλασαν, τή μεγάλη ἐκείνη ὥρα πού μαθαίναμε
τί δέν ἦταν θάνατος καί τί δέ θά ἦταν ἀθανασία·
ἐγώ μέ τό κορίτσι πουλί κι ἐσύ μέ τόν Ντεκάρτ γεράκι·
τόν κύκνο ὕπνο του καθένας ξαγρυπνώντας:
μιάν ἀκατάσχετη αἱμοραγία προσδοκιῶν,
ἀνεβαίνοντας ἕνα θρίαμβο βουνό,
ἀκούγοντας νά ἔρχονται μέ βῆμα κάστανο ἁρματωμένο,
νιώθοντας νά κατεβαίνουν μέ γόνατα ρίζες ἐργατικές.
Θά κομμάτιαζαν τό σκοτάδι τῶν δρόμων,
θά ξεκοίλιαζαν τή νύχτα τῶν κτηρίων,
θά ἐπικρατοῦσαν, θά νικοῦσαν, θά κυριαρχοῦσαν,
θά ἐπέβαλλαν τήν ἐξουσία τῆς ψυχῆς, 
τήν πέτρα τοῦ βυθοῦ, τό γρήγορο πόδι τῆς σαύρας,
τή φτερούγα τοῦ πουλιοῦ…
«Χαῖρε τό καταπράσινο πρωτοπαλίκαρό τους!»
Θυμήσου, Γκοράν! Τά δέντρα, Γκοράν!
Ἐκείνη ἡ ἀρχαία δημοκρατία τῶν δασῶν, 
ἐφηβική μας μοναρχία· σέ τί διέφερε, Γκοράν;
Αἷμα δέν τρεχοβολοῦσε, Γκοράν;

Μᾶς ἔκρυψαν στό θάνατο, Τιμόθεε, ὅ,τι ἔμοιαζε μέ ζωή·
ἤ τό ἐντελῶς ἀντίθετο; Πῶς νά ξέρεις τί σαπίζει
στό σκουπιδότοπο τῆς διαλεκτικῆς, 
ὅταν μυρίζει τόσο Παράδεισο τό γιασεμί;
Κι ἐνῶ ἀναλογιζόμαστε τήν εἰκόνα μιᾶς προόδου
πού θά ὁλοκληρωνόταν χάρη στίς προσπάθειες τοῦ θεοῦ
νά διαπαιδαγωγήσει τήν ἀνθρωπότητα,
καταρρέαμε μιάν ἐλπίδα, 
γιά νά ὑπερασπιστοῦμε μιάν ἐπινόηση
σέ αὐστηρά καθορισμένα ὅρια. 
Ἡ ζωή δέ θά ξετυλιγόταν πιά
ἀνάμεσα σέ δυό τουλάχιστον δαιμονιακά στοιχεῖα.
Τά καράβια δέ θά μοχθοῦσαν τό νερό.
Τά πανιά δέ θά λαχάνιαζαν ἐκεῖνον τόν ἀδίστακτο βυθό
πού ἀνηφόριζε μέ φύλλα κάτασπρα πρός τήν πατρίδα 
μιᾶς γαλανῆς ἀθανασίας. Στό ἐξῆς, 
θά κατευθύνονταν πρός μιά φωτισμένη θάλασσα·
ποτέ πρός μιά φωτεινή θάλασσα 
ἤ μιά σκοτεινή θάλασσα.
Θά πέθαιναν ἀναρίθμητες ἀκτές, 
ἐνῶ μαῦρες κηλίδες θά ξεφύτρωναν 
πάνω στούς ξεγυμνωμένους λόφους. 
Κόρφοι θά χάνονταν πίσω ἀπό βράχους, 
πέτρες καί θάμνοι θά ἔκαιγαν τά μάτια 
τῆς κουκουβάγιας δύσης. Κυπαρίσσια καί παλάτια 
δέ θ’ ἀναδύονταν, κάν δέ θά σήμαιναν 
ὅ,τι στερήθηκαν πολύ πέτρινα πρίν.
Μέταλλο μόνο, λυσσασμένο γιά σκουριά, 
φτερά κατάμαυρων πουλιών πού ἀποστομώνουν 
μιά βαλκάνια νύχτα, χτυπημένη ἀπό ἔρωτα βαθύ,
αἷμα ξέφρενο, χορευτικό, οἰνοπνευματῶδες, 
κι ὁ Ἕλληνας καλόγερος νά ὠρύεται:
«Ὅ,τι προλάβουμε τό βράδυ πού ξυπνάει
θεός βρικόλακας, λυκάνθρωπο τόν κόσμο.
Σέ λίγο ξημερώνει συνήθεια κι ἀνία!»
Ὑπάρχει ἀκόμη· τό χώμα βάφει τά μαλλιά του πατρίδα,
ρίζες σκοτεινές, ἁρπάζουν, σφίγγουν μιά χαίτη 
πού δέν ἐλπίζει ἄνεμο πιά, ἀλλά μοσχοβολάει 
Κυριακή, πλατάνι καί κρασί, λεμόνι παραισθητικό 
στήν κατάλευκη ἐπικράτεια τῆς νύφης. 
Σκέφτεται τό θάνατο, ὅπως πάντα, καί γερνάει τόσο βαθιά.
Γκοράν, Γκοράν, μιλοῦσα γιά ζωή. Ἤ μήπως εἶναι 
αὐτή ἡ ρακοσυλλέκτρια βροχή πού βγῆκε 
στή γύρα ἀπό νωρίς; Ἄν ἤσουν ἐδῶ! 
Ἄν μποροῦσες νά δακρύσεις μαζί μου
τά τρομερά εὑρήματά της: 
τό δέρμα ἑνός φεγγίτη πού κάποτε ἦταν τζάμι, 
δυό-τρία δάχτυλα σκουριά πανάρχαιοι μεντεσέδες, 
μιά ἀγκαλιά τσουκνίδα χορτασμένη σάπιο ξύλο.
 
Δέν καταλαβαίνεις πιά; 
Ἐπινόησαν μιά νέα ἐπιστήμη τῶν παθῶν, 
ἀφύσικη σάν φύσημα ὀχιᾶς σέ ξυράφι: 
ὁ μαθητής πού δένει τό σανδάλι του 
εἶναι ἕνας Ἀχιλλέας χωρίς Πάτροκλο,
ἐπιπρόσθετα ἀνίκανος νά θυμώσει. 
Ὁ Χριστός, χωρίς γένια, δέν μπορεῖ νά παραβάλλει 
στό παραμικρό τό Δία, ἄν καί δέν εἶναι ἀπαραίτητο. 
Τό δεξί του χέρι ἐπιμηκύνεται ἔντονα 
γιά νά τονιστεῖ ἡ χειρονομία τῆς εὐλογίας. 
Μακρύ χέρι, μεγάλη εὐλογία.
Μεγάλο τεῖχος, ἀτέλειωτη σφαγή.
Δές, ἡ τέχνη εἶναι μιά ἀφαίρεση.
Τήν ἀνασύρεις ἀπό τή φύση, ἀφοῦ προηγουμένως 
ὀνειρευτεῖς καί σκεφτεῖς βαθιά τί θά προκύψει.
Εἶναι τό μόνο μέσο γιά ν’ ἀνέβεις πρός τό θεό,
κάνοντας ὅπως ὁ θεός. Κι ἄν δέν ἀναπαράγεις
παρά τά ἐπιφανειακά χαρακτηριστικά, 
ὅπως ὁ φωτογράφος; Ὑποκρίνεσαι, ὥσπου κάποιος 
ν’ ἀναλάβει τήν ὁργάνωση τῆς παραγωγῆς:
ἕνα παιχνίδι μέ ἀντίπαλο μιά φύση τεχνητή,
κι ὁ ἄνθρωπος νά ζεῖ κάτω ἀπό τή σκιά 
γιγάντιων μηχανημάτων.
Τό κοπάδι μαζεύεται στό μαντρί. 
Ξεχνάει τί σημαίνει χθές, σήμερα, αὔριο.
Τρώει, ξαπλώνει, χωνεύει. 
Ἡ εὐτυχία δέν εἶναι ἐλπίδα πιά, εἶναι ἐπιδίωξη. 
Ξηλώσαμε τόν ὕπνο μας, 
γιά νά μπαλώσουμε τά κουρέλια τῆς μέρας.

Ποιός ἱσχυρίστηκε τή λογική; 
Ἀπό τί ἔπασχε ὀ δύστυχος;
Σκοπός τῆς φιλοσοφίας εἶναι ἡ λογική 
διασάφηση τῶν στοχασμῶν.
Ἡ φιλοσοφία δέν εἶναι θεωρία, εἶναι δραστηριότητα.
Πρέπει νά ἀποσαφηνίζει καί νά ὁριοθετεῖ 
αὐστηρά τούς στοχασμούς, συχνά, θά λέγαμε θολούς 
καί συγκεχυμένους. Πάει καλά!
Ἡ Θεολογία στοχεύει στή διασάφηση τοῦ ἀδιανόητου.
Δέν εἶναι δραστηριότητα, εἶναι θεωρία: 
ἄλλη θεωρία, πιό… ἀνοιχτομάτα.
Ἡ ἐπιστήμη σκοπεύει νά δεῖ τά πάντα ἀπό πολύ ψηλά 
καί πολύ ψυχρά, νά ἑρμηνεύσει τά πάντα.
Κι ἔτσι ἔχουμε τήν τέλεια εἰκόνα ἑνός γύπα:
Ὑψώνομαι, βλέπω, χιμάω. 
Ὑστερα σκέπτομαι τό ὅλο ἐγχείρημα 
κι ἀναζητῶ στ’ ἀπομεινάρια τοῦ θύματος 
τόν ἀποχρώντα λόγο τῆς ζωῆς,
ὁπωσδήποτε κόκκινο, ἐφιαλτικά κόκκινο. 
Σπουδαία ἀνακάλυψη! Δε χρειαζόταν 
παρά να κόψεις τίς φλέβες σου τήν κατάλληλη στιγμή,
λίγο πρίν ἀρχίσεις νά ἐπινοεῖς ἀνοησίες 
στή θέση τῶν καθηκόντων σου, 
ἀκριβῶς τή στιγμή πού ἀρχίζεις νά περιστέλλεις 
ὅση περισσότερη Ἄνοιξη μπορεῖς στούς ρεμβασμούς σου.
Τό Σεπτέμβρη, τά σταφύλια κοκκινίζουν 
καί ὁρισμένα μάλιστα γίνονται μαῦρα. 
Τί μπορεῖ νά σημαίνει αὐτό, 
ἄν ὄχι γλυκόξυνη ἀνατριχίλα στήν ἄκρη τῆς γλώσσας;
 Τό νόημα μιᾶς λέξης εἶναι ἡ γεύση της, 
ἡ μυρωδιά, τό άγγιγμά της, ἡ μανία 
νά σπάζει τά πιατικά τῆς σιωπῆς, 
πάντα πρίν τό τραπέζι τῆς Κυριακῆς,
ἡ λάσπη πού κόλλαγε στά παπούτσια μας,
ἡ βροχή στά τζάμια, οἱ μεντεσέδες 
πού πείσμωναν καί δέν ἄνοιγαν, 
σάν χούφτες δεσμοφύλακες ἑνός νομίσματος 
μέ κοντά παντελόνια καί λασπωμένα παπούτσια, 
οἱ φωνές τῆς γιαγιᾶς ἀπ’ τό παράθυρο… 
Εἶχε σημασία τί γλώσσα μιλοῦσε;
Κατάλαβε, Τιμόθεε, Γκοράν, ὅπως θέλεις, ἀλλά κατάλαβε.
Ἐπιχειροῦσαν νά μᾶς συντρίψουν στ’ ἀνοιχτά
δυό τρία κύματα ἄνθρωποι καλοσιδερωμένοι.
Προσευχήθηκα, προσπάθησα νά μήν τούς κρίνω 
μέ μιάν ἄβυσσο ὀργή, προσπάθησα νά μείνω 
στά ρηχά τῆς ἀπελπισίας. Ἐξέφρασα ὡστόσο 
μιά λύπη ἀσφυκτικά βαθιά, γιά τή βία καί τήν αἱματοχυσία
πού ἔρχονταν τρέμοντας ἄστεγους γέροντες
σέ παγκάκια, βιτρίνες ὁλόφωτες, παραδείσους
ἑνός εὔπορου θεοῦ πού δέν εἶχε ποτέ του θεό.
Σχεδόν φώναξα πώς κάτι πολύ σημαντικό
γλιστράει σιωπηλά στή ζωή τοῦ ἄμαχου ἀνθρώπου,
μιά καταστροφή τῶν παλιῶν του ἀπογευμάτων
στούς ἀνθισμένους κήπους, μιά φυλλοβόλα ἀπογοήτευση
ἀπό τήν ὑπερβολική πίστη στήν ἀξία τῆς καλλιέργειας.
Ἐνίοτε κραύγασα! Ἀπό τή μάχη τῶν ἐμπόρων, 
κανείς δέ βγαίνει ζωντανός, Γκοράν· 
δέν ἀγωνίστηκαν ποτέ κάτι δικό τους.
Ἀκόμη καί τή φτώχεια τους, ἔτοιμη τή βρῆκαν.
Πῶς νά γνωρίζουν τό χείμαρρο 
πού ἐπιμένει κάθε πηγή στόν ψίθυρό της;
Πῶς νά δεχτοῦν τή θύελλα πού σαλεύει 
στό ἀνάστημά του κάθε δέντρο;
Πῶς ν’ ἀκούσουν τό τριζόνι πού χαράζει
δέκα δάχτυλα κομματιασμένο ὕπνο 
στήν ἀγρύπνια τῆς φωνῆς του; 
[Δάνειος ἄνθρωπος, δυό χέρια δυστυχία.
Ἔντοκος ἄνθρωπος δυό βήματα ἑρπετό!] 
Δέν πρόκειται νά ἐπέτρεπα ἐκεῖνη 
τή βαμβακερή σφαγή πού ἐτοίμαζαν στά ὄνειρα τοῦ βρέφους,
σάν γύπες λιμπεραλιστές, κλεμμένοι ἀπό κοῦκο. 
Δέν πρόκειται νά σώπαινα ἐκείνον 
τόν πλαστικό ἐμφύλιο πού ἐξόπλιζαν στά μάτια τοῦ παιδιοῦ,
σάν φίδια σοσιαλιστικά, θρεμμένα ἀπό γεράκια.
Δέν πρόκειται νά ἔκλαιγα γιά δυό χωράφια δάχτυλα
λιγότερα, πεντέξι σπίτια δόντια σπασμένα, ματωμένα…

Ἐγκληματίας λοιπόν Γκοράν; 
Ἐγώ, ἐδῶ κάτω, οὔρλιαξα, πόνεσα τό σπιτικό θεό μου:
ἕνα ποτήρι ξέφωτο κρασί, λίγο ψωμί καί μιά κουβέρτα.
Τόν Μότσαρτ τόν μουρμούριζα.

Δέν ἤμουν Ὀδυσσέας, ἄστεγος ἤμουν!

Τιμόθεε, ἐν Χριστῷ ἀδελφέ, Γκοράν λιποτάκτη!
Ἐσύ ἔχεις μόνο ἕναν Παράδεισο, ἐνῶ ἐγώ ἔχω δέκα νύχια.
Τί μπορῶ νά μετρήσω μέ δέκα νύχια; 
Δέκα πληγές ἀρχαῖες, 
σάν τραύματα ἀπό πέτρες, καταπάνω στή νύχτα.
Μή μέ ἀποφύγεις κι αὐτή τή φορά.
Ὁ Διάβολος εἶναι πάντα ἕνας θεός τῆς ἄρνησης.
Ἡ ἐπικυρωμένη εἱδωλολατρεία εἶναι θρησκεία.
Ἡ ἀπαρχαιωμένη εἱδωλολατρεία 
εἶναι δεισιδαιμονία καί ἱεροσυλία.
Ἕνα χωριό ζητοῦσα, μιά ὀρεινή φαμίλια θαλπωρή. 
Τό εἵδωλο ἔχει κι αὐτό τό μερίδιό του σ’ ἕναν τόπο ὁλόφωτο. 
Μή ρίχνεις τό σκύβαλο τῆς ὕλης στό γρεμό. Τί ἄλλο νά πῶ;
Σκουριά ὁ λάκκος πού χορταίνει τήν ξύλινη φιλοδοξία.
Ἒσταζαν πάντα οἱ ἄνθρωποι ἀνάμεσά μας: 
ἰδέες, σχέδια, ἐπιδιώξεις.
Θά γυρίσω σπίτι. Πιό καλά 
ποῦ, σ’ ἕναν κόσμο ἤ παγωνιά ἤ πυρκαγιά;
Ὁ γέροντας εὐκάλυπτος δέν τρέχει πιά 
κατά τήν τρέλα τοῦ ἀνέμου. 
Θά φροντίσω νά μεγαλώσω ἕναν ἄλλο, λιγότερο φτερωτό.
Θ’ ἀνοίγω τό βράδυ, θά μυρίζω ψυχές ἐργατικές:
παιδιά πού πελεκοῦν τό χρόνο μέ ξαφνικές φωνές,
γυναίκα πού φοράει κατάσαρκα δροσιά
γεμάτη τριαντάφυλλα ἀπ’ τή μικρή αὐλή,
ὁ σκύλος νά γαυγίζει τό σκοτάδι
πού ἔρχεται μέ δρασκελιές ὁμίχλη
καί γάτες νά χαϊδεύονται στά χέρια μου
ἑκατομμύρια νυσταγμένους θεούς…
 
Ὡστόσο, εἶμαι βέβαιος: πρῶτα πεθαίνει ἡ ψυχή.

ΙΙ
ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ

[Ἕνα κερί σχεδόν ἀνάπηρο ἀπό τό βάρος τῆς φλόγας, γεμίζει τό κελί περισσότερο μέ σκιές παρά μέ φῶς. Δείχνει μέ δάχτυλα ἐφιαλτικά τή σκοτεινή φιγούρα ἑνός ἄντρα πού σκύβει πάνω στό μικρό τραπέζι. Μοιάζει ἤδη νεκρός, θαμμένος σ’ ἕναν τάφο ἀρχαῖο ὅσο ὁ ἴδιος ὁ κάτω κόσμος. Πεταμένα στό πάτωμα τά ράσα του. Ὁ ἄλλοτε κόκκινος κεντητός σταυρός τοῦ μοναστικοῦ σκούφου τόσο φθαρμένος πού δέν ξεχωρίζει. Δέν ἔχει σημασία. Οὔτε καί πώς ὁ ἄντρας ὑπῆρξε μαθητής τῆς Στρατιωτικῆς Ἀκαδημίας. Σημασία ἔχει πώς εἶναι ἀπό καιρό μοναχός καί πώς ὁ μοναδικός φίλος του εἶναι μακριά, προσπαθώντας ν’ ἀποφύγει τή σύλληψη γιά ἐγκλήματα πολέμου, ἀπό τόν καιρό πού ἄφησε τήν τή Θεολογία καί ἐντάχτηκε στίς γραμμές τῶν παραστρατιωτικῶν. Ὁ ἄντρας γράφει στό φίλο του. Τό γράμμα ἐντοπίστηκε στά ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ, μετά ἀπό βομβαρδισμό καί ὁ ἄντρας νεκρός. Δέν πρόλαβε νά τό ταχυδρομήσει. Ἐξάλλου ἦταν μάλλον ἀπίθανο νά ἔφτανε στόν προορισμό του. Ὁ φίλος του βρέθηκε νεκρός στό καταφύγιό του, ἕνα μήνα μετά. Ἄγνωστο ἄν αὐτοκτόνησε ἤ ἐκτελέστηκε. Κάπου στά Βαλκάνια. Νύχτα.]

Ἐγώ, ὁ Τιμόθεος, ταπεινός δοῦλος τοῦ Κυρίου ἡμῶν,
κάποτε Γκοράν, ἀνάξιος σκλάβος τῶν παθῶν ὑμῶν,
πρός τό γενναῖο Στέφανο, θύμα καί θύτη κοινῶν προσδοκιῶν.
Ἔζησα ἤδη ἀρκετά, ὥστε νά ξέρω
πώς ἀγνοῶ τά πάντα ἐκ πείρας:
Τήν ὁριζόντια μέρα τῶν σωμάτων·
σοβαρή, λιτή, ἀποτελεσματική,
τήν κατακόρυφη νύχτα τῶν ψυχῶν·
ἀστάθμητη, ἀνεπίγνωστη, ἐπικίνδυνη,
τό μεσημέρι, κεκλιμένο κατά τήν πυρωμένη πέτρα
καί τόν κατάφωτο σκίνο, τό γεράκι
πού ἀκροβατεῖ κάτι ταχύτατο σάν σπόρο,
μαστιγώνοντας τήν ἄπνοια, προκαλώντας τό βράχο,
ἐρεθίζοντας τή σκόνη, σημαίνοντας ἴσως
νερό κι ἁλάτι καί γαλάζιο. Ἴσως,
ἀλλά αἰσθητά πιό σκοτεινά, σχεδόν σιδερένια·

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ σοβαρή ἐνόχληση,
φεύγει, ἀδρανεῖ ἢ τόν ἀφήνουν πίσω.
Τά ὑπόλοιπα εἶναι λεπτομέρειες βιαστικά ἐπινοημένες,
ὥστε νά κάνουν κάθε ἀπόφαση ἂν ὄχι εὐάρεστη,
τουλάχιστον ἀνεκτή. Τό μαρτύριο ἀρχίζει πολύ ἀργότερα:
ὅταν καί ἡ ἀπελπισία εἶναι παραγματική δυσχέρεια.

Κάποτε, οἱ σύντροφοι θά χάνονταν στό βάθος τοῦ ὁρίζοντα,
ἀργά, σταθερά, ἐπίμονα, μέχρι νά μείνει
μόνο ψύχρα καί ἀπόσταση: ἐκεῖνο τό ὑπόλευκο
ἐναιώρημα τοῦ χθές, κατάστικτο σάν ξεβρασμένο φύκι.
Ἤξερα πώς δέν θά τούς ξανάβλεπα,
ὄχι τουλάχιστον πάνω ἀπό μιά λίμνη αἵματος,
μέ τό θάνατο νά περιφέρεται στήν ἀτμόσφαιρα,
νά συμπλέκει φόβους καί τρόμους ἀγνώστων,
νά διαπλέκει τήν καχυποψία, τήν ἐπιφυλακτικότητα,
τή μοχθηρία πού θησαυρίζει καθένας
ἀναγκαστικά ἤ τουλάχιστον ἀναπόφευκτα.
Ἤξερα πώς καμιά στιγμή ἀδυναμίας
δέ θά ἐπέτρεπε νά ζητήσω ἕνα κουπί
σέ χρυσαφένια ἀκτή, καμιά ἐφηβική
καταιγίδα δέ θ’ ἀναγνώριζε στό κενοτάφιό μου
τά ναυάγιά της, τά παιδιά
δέ θά ἔδεναν μικρά, ἀμήχανα σκυλιά,
οὕτε οἱ βοσκοί μεγάλα, ἀποφασισμένα σκυλιά.
Δέ θά σήμαινα καμιά ἀμμουδιά,
σημαίνοντας κάθε ἀμμουδιά.

Δέν ἤμουν Φιλοκτήτης· μόνος ἤμουν!

Καί θά ‘πρεπε νά ξαγρυπνήσω,
νά γνωρίσω τίς βαθύτατες σκιές πού κατοχυρώνουν τό φῶς,
λίγο πρίν τελειώσει τό φῶς, ν’ ἀνασάνω
τήν ἀνθρώπινη καχυποψία, τήν ἀνθρώπινη ἐπιφυλακτικότητα,
τήν ἀνθρώπινη μοχθηρία στό μπλέ βαθύ τῆς νύχτας,
ὥσπου νά μείνει ὁ κόσμος σκέτη δροσιά στούς ὤμους,
σκέτη νυχιά στίς κλειδώσεις.
Ὑπέθεσα πώς σύντομα θά κυριαρχοῦσε τό σῶμα:
ἕνας θάνατος ἁπλός, ἐπίπεδος, ὠχρός
κι ἡ ζωή μου θά ξεχνοῦσε τό βαθύ πού ὁρθωνόταν
πάντα καί πάντα πρίν σκεφτῶ κάν ἕνα κύμα·
πολύ πρίν, πολύ πίσω, λίγο μετά πού εἶδα
κι ἔνιωσα καί τρόμαξα τό θαῦμα
νά εἶμαι μιά λέξη πού φτερουγίζει μέ λαχτάρα
ὅταν ἀκούει τή λέξη της.
Σκέφτηκα τά βράχια νά κουβαλοῦν ἀνεπίτευκτα ριζώματα
μέχρι τή θάλασσα, νά ὀργίζονται κατάξερους θάμνους
πάνω ἀπ’ τό κύμα. Ἤξεραν καλά
τό δρόμο τους καί ξεχώριζαν γιά τόν τρόπο τους:
πῶς νά ἐνθέσουν στό φῶς ὅ,τι βαδίζει σ’ ἕναν ἄντρα
κι ὅ,τι ξαπλώνει σέ μιά γυναίκα.
Ὅ,τι κινείται στό χέρι πού χτυπάει τό θήραμα
κι ὅ,τι στέκεται στόν τρόμο τῆς φυγῆς.
Ἤξεραν καλά ἀπό ποῦ γύριζε τό κάθε σῶμα,
ὅταν ἔφευγε γιά ἐκείνη τήν πήλινη θάλασσα
πού εἶναι θάνατος ἀπό ἀπελπισία,
χωρίς ρούχα, χωρίς ὁπλισμό,
πίνοντας νερό κάθε τρίτη μέρα
καί τρώγοντας ἁλάτι κάθε δεύτερη:
ἡ προσδοκία τοῦ τρομεροῦ γαλάζιου, ἤδη τρομερή.
Τότε κοιμήθηκα· ὀνειρεύτηκα μιάν ἀνθηρή ἀλαζονεία φύλλου.
Μάταιος κόπος. Ἡ ἀπερίσκεπτη φτερούγα τῆς πληγῆς μου
ἀνῆκε ὁριστικά στό ἀπροσπέλαστο: μιά ἐπίμονη ἀναβολή,
ἕνας ρόγχος πιό πέρα ἀπό τό πουθενά·
κόκκινο, βαθύ, αἰχμηρό, πρός τά μέσα κι ἀπό μέσα.
Κάποιος φοβέριζε τόν ἄνεμο μ’ ἔνα κερί ἀναμμένο.
Μονολογοῦσε: «Ὄμορφη ἦταν ἡ μέρα ὅταν κυνηγούσαμε.
Λίγο μακρύτερα, οἱ κοπέλες λύγιζαν τίς φτέρες τῶν χεριῶν τους
στό δροσερό ἀεράκι κι ἄφηναν τό νερό νά γράψει
τραγούδια σκοτεινά: μέσα, βαθιά,
πιό μέσα, πιό βαθιά, στά μάτια τοῦ σκύλου·
τό θήραμα κόκκινο στήν ἄκρη τῆς γλώσσας,
δρόμος τό ποτάμι καί τό πόδι γλώσσα ψαριοῦ».
Μονολογοῦσε, ἀλλά δέν πήγαινε πιό μακριά
ἀπ’ τήν καρδιά μου, μ’ ἕνα κάρβουνο στό στόμα καί μόνος:
γεράκι σέ δάσος, φίδι σέ γκρεμό.
Ὕστερα ἦρθε τό σῶμα· νερό κι ἀνάσα·
τό νερό ἀπαιτοῦσε κῆπο κι ἡ ἀνάσα φωτιά,
μερικές λέξεις: δέκα δάχτυλα πόνο,
ἕναν τόπο: μιά κατοικίδια θάλασσα
πού ἔχασε τό κύμα της κι ἔγινε χέρια,
δάχτυλα σπηλιές, νύχια βυθίσματα,
τά πράγματα: κουρέλια ταϊσμένα αἷμα,
τά γεγονότα: κραυγές μεγαλωμένες μέ σιωπή,
σακατεμένα ὑποζύγια· δέ σοῦ προσφέρουν τίποτε
καί ὅμως ἐκβιάζουν ἕναν ἀφόρητο χειμώνα
στή διάφανη ἀδράνειά τους.

Πού θά κατέφευγα, Στέφανε,
γενναῖε Στέφανε, δειλό ἑρπετό τοῦ σκονισμένου θριάμβου;
Πῶς θά σερνόμουν στήν ἀρένα τῶν ἐπιχειρημάτων τους;
[Καί λάκκος μέ λιοντάρια νά ἦταν θ’ ἄλλαζε τίποτε;]
Τί θ’ ἀντέτασσα στή βία τῶν στόχων;
Προτίμησα ν’ ἀμφιβάλλω γιά ὁτιδήποτε καθαρό,
ἀκέραιο, ἀρτιμελές. Προτίμησα, ἐγώ ὁ «παλικαράς»
καί «στρατηλάτης», νά ὑποκύψω
στή ζέστα τῆς σιωπῆς – πές την ἀπάθεια ἄν θέλεις –
γιά νά δείξω πώς ὁ χρόνος φθείρεται
ἀπ’ τόν καιρό πού ὑπάρχει χρόνος.
[Ψέματα, ψέματα: πώς ὁ χρόνος
παλεύει μέ τίς ψεῖρες του
ἀπ’ τόν καιρό πού ἐνέσκηψε ἀνάμεσά μας
ἡ ἐπιδημία τῆς προσδοκίας].
Ἀποσύρθηκα· πρόδωσα εἶπαν· ἀποσύρθηκα, λέω,
σέρνοντας, πετώντας, τέλος πάντων,
ἀρνήθηκα νά χρεωθῶ ἀκόμη μερικούς αἰῶνες
ἀθλιότητας, μόνο καί μόνο ἐπειδή θά λείπω.
Ὅ,τι δέν εἶναι γάγγραινα στή γλώσσα
εἶναι ἤδη ἀφόρητη πληγή.
Ἐξάλλου, ὅταν ἔχεις τόσο χρόνο στήν ἐξουσία σου,
ὁ κόσμος μπορεῖ ν’ ἀγαπηθεῖ ἀπό τήν ἀρχή
ἤ νά τόν ξεχάσεις ἀπ’ τήν ἀρχή.
Τά νοήματα πεθαίνουν καθημερινά, οὕτως ἤ ἄλλως·
ἀποσυντίθενται ἀπροσδόκητα γρήγορα.
Δέν προλαβαίνεις νά θάβεις.
Ἡ γῆ μυρίζει ἀσφυκτικά σιωπή.
Τελικά, ἐμφανίζονται καινούργια.
Τρίβονται ἀδέξια στά χέρια σου
[χέρια προπάντων ὁ ἄνθρωπος, θυμάσαι;]
καταθέτουν στά πόδια σου τήν πείνα καί τή δίψα τους,
τήν ὀρφάνια, τήν ἰσχνή ἀφοσίωσή τους.
Τά ταΐζεις τήν ἴδια ἔνδεια πού ἔθαψες χιλιάδες φορές.
Ὅταν δροσίζει, κουλουριάζονται κοντά σου ἱκανοποιημένα.
Κάτι εἶναι κι αὐτό, ὅταν ἔχεις τόσο χρόνο
στή διάθεση τῆς φθορᾶς σου.
Τί γνώριζα γιά τήν ἐπίμονη χορδή τῆς ἀστοχίας τους;
Πρόκειται ἴσως γιά ἀκαριαῖες ἐπιτάσεις
ἐκεῖ πού τίποτε δέν ἀντιστέκεται στόν πειρασμό
[στόν κορεσμό ἐπίσης]
ἐκεῖ πού τίποτε δέν ἀξιώνεται τό μέγεθός του,
τό σχῆμα του, τό βάθος, τή διαρκή ἀκύρωσή του,
αὐτό πού ἦταν νά ‘ναι καί δέν εἶναι καί δέ θά ‘ναι,
δέκα αἰῶνες Ἀριστοτέλης νά ματώσουν
κι ἄλλοι τόσοι Μέγας Βασίλειος ν’ ἀφορμίσουν
μιά ψύχρα πρός τά ἐπάνω, μιά ζέστη πρός τά μέσα.
Πόσα δέντρα ρίζωσαν και φύλλωσαν ἔκτοτε;
Πόση πέτρα ἄποχώρησε; Πόση ἄμμος δέ μετρήθηκε;

Μιάν εἰκόνα περιφέρει ὁ ἄνθρωπος·
ἄδικα ταράζεται. Ὁ Ἄνθρωπος!

Μένει νά πονέσουμε, σύντομα, σχεδόν τώρα.

Στέφανε, ἔτσι κι ἀλλιῶς τό μέλλον ὑστερεῖ,
ἀναπτύσσεται καί δοκιμάζεται.
Τό παρελθόν σηκώνει ὅλο τό βάρος τῆς πραγματικότητας
πού εἶναι φωτεινή σάν φύλλο καί σκοτεινή σάν ρίζα
κι αἰφνίδια σάν καρπός ἤ θάνατος.
[Τρομερή ἀξίωση νά βρίσκεσαι ἐδῶ κάτω ζωντανός!]
Ὀνειρευόμαστε μιάν ὥρα πού θά κλείσει
τόν ἀνοιχτό λογαριασμό κάθε ταραγμένης ὥρας,
στό χρυσοφόρο βάθος τῆς ἀπελπισίας.
[Ἀπαράδεκτη ἀξίωση νά βρίσκεσαι ἐκεῖ πάνω ἰδιόκτητος!]
Ἀλλά, τί ἀγγίζει τήν οὐσία τοῦ ριγμένου στή ζωή;
Ἡ ἀποδοχή εἶναι ἐξίσου κενή μέ τήν ἀπόρριψη·
ἡ ἀπόρριψη ἐξίσου κενή μέ τήν ἀποδοχή.
Ἡ ἀπόφαση δέ σημαίνει τίποτε στό κέντρο της·
δέ χαράζει καμιά κατεύθυνση,
δέ διαγράφει καμιά δύναμη,
δέ διαθέτει δύο πρόσωπα
γιά νά διαπιστώσεις τό πρόσωπό σου:
σάν ἐλάφι στό δρόμο γιά τήν πηγή
ἤ σάν ἁλυσοδεμένος τρωγλοδύτης στό δρόμο γιά τό φῶς.
Ὁ κόσμος εἶναι πιά ἕνας θεμελιωμένος κόσμος.
Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον
κι ὅλοι μαζί τίποτε γαλάζιο ἤ πράσινο,
κόκκινο, λευκό καί μαῦρο λίγο πρίν σημάνει χρυσάφι.
Ἀκολουθεῖ ἡ σιωπή μιᾶς πίστης
πού τήν ἐγκαταλείπουμε καί μᾶς ἐγκαταλείπει,
ἐνῶ οἱ μέρες συνεχίζουν ν’ ἀντηχοῦν ἀμηχανία·
αἰῶνες τώρα, αἰῶνες ἀπό τώρα.

Στέφανε, φονιά τῶν ὀνείρων πού κραυγάζουν ψυχή
με χίλιες λέξεις ὀρθάνοιχτες
σάν στόματα πουλιῶν παγιδευμένων·
Στέφανε, πουλί σαρκοβόρο
πάνω στή βιασύνη τῶν φτερῶν του,
τί καίριο θ’ ἀποφασίζαμε
σέ μιά στιγμή ἀναιδέστατης ἀμηχανίας;
Μέ ὅλες τίς δυνάμεις μας θά τείναμε πρός τό ἄμεσο μέλλον,
τό λιγότερο ἐπισφαλές μέλλον,
τό περισσότερο κερδοφόρο μέλλον.
Γιά νά δημιουργήσουμε, θά ἔπρεπε νά ἐλπίσουμε,
νά τείνουμε τό χέρι καί νά βαδίσουμε. Σ’ αυτήν τήν πορεία,
οἱ πολυτέλειες τοῦ παρελθόντος θά καταντοῦσαν ἀνάγκες.
Ἡ πραγματικότητα θά ἔτρεχε νά κρυφτεῖ,
γιά ἄλλη μιά ἀκμαία φορά, σέ ὅ,τι φαίνεται.

Μιάν εἰκόνα περιφέρει ὁ ἄνθρωπος·
ἄδικα ταράζεται. Ὁ Ἄνθρωπος!

«Μά, πρόκειται για τραγωδία!» θά μοῦ πεῖς.
Ρωτῶ, τί γνωρίζει ἀπό τήν πληγή ὁ δήμιος;
Τήν ἐπιτυχή ἔκβαση μιᾶς μέρας κουραστικῆς·
τό πολύ ὁρισμένους ἐνοχλητικούς λεκέδες,
τήν τύφλα του, τήν κώφωσή του,
τήν πρόωρη ἄνοια τῶν ἀναστεναγνῶν του
γνωρίζει, ἀδελφέ μου! Τί θέλεις λοιπόν;
Τόν κόσμο κλεισμένο σ’ ἕνα μεγάλο θολωτό οἰκοδόμημα,
γεμάτο σπηλιές κι ἄπλυτους στρατιῶτες
καί πεινασμένους ἀγρότες καί ἀστυνομευόμενους εἵλωτες;
Πρέπει νά μᾶς συντρίψει, πρωί-πρωί,
ἡ ἀνάγκη τῆς ἔκτακτης δραστηριότητας,
σάν ἕνα μπρούτζινο άμόνι, πέφτοντας ἀπό τόν οὐρανό
ἐννέα μέρες καί ἐννέα νύχτες [συνεχῶς];
Πρέπει νά μᾶς συνθλίψουν
λιγότερο ὁμοιόμορφοι καί αὐστηροί κανόνες,
ἐπειδή οἱ περιστάσεις εἶναι κρίσιμες
καί ἡ κατάσταση ρευστή καί εἶμαστε ἀναγκασμένοι
νά βρίσκουμε μεθόδους νέες και ἀποτελεσματικές
γιά νά ὑπερασπιστοῦμε τό θάνατο ἀπό γερατειά
μπροστά στό θάνατο ἀπό νιάτα;
Μή χτυπᾶς τούς βασιλιάδες παρά μόνο κατακέφαλα.
Ἀλλιῶς ἀσχολήσου μέ τήν κοινωνονιολογία τῶν θεσμῶν
κι ἄσε τούς ἄλλους νά σοῦ φέρνουν τό ἐργαστηριακό ὑλικό·
τό αἷμα βάφει μόνο στό πεδίο τῆς μάχης.

Στέφανε εἶσαι ὁλότελα τυφλός;
Καί βέβαια ἡ τιμή τῆς ἄγνοιας θ’ ἀνέβει.
Δέν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Εἶναι μιά λύση
πού προκαλέσαμε ἐμεῖς, οἱ «φωτισμένοι».
Αὐξήσαμε τήν τιμή τῆς ἀπορίας
πού τούς προμηθεύσαμε, τό ἴδιο
καί τήν τιμή τῆς ἐπινοητικότητας.
Ἀγόραζαν τήν ἀκαθάριστη ἀλήθεια μας,
τήν ἐπεξεργάζονταν καί μᾶς τήν ἐπέστρεφαν
ἑκατό φορές πιό ἀκριβή. Εἶναι νομίζω
δίκαιο νά πληρώσουμε ἐπιτέλους
περισσότερο γιά τήν ἀλαζονία μας·
ἄς ποῦμε δέκα φορές φορές περισσότερο, μέ σιωπή.
Τί ἄλλο; Εἶσαι ἔτοιμος, μόλις τελειώσει ἡ μάχη
ν’ ἀρχίσει ἡ σφαγή; Ὁ στρατός
νά ψάχνει τούς ἐξεγερμένους πού κρύβονται,
νά μπαίνει στά σπίτια γιά νά συλλάβει
ὅσους ἐπιχειροῦν νά διαφύγουν,
ὀργανώνοντας ἀληθινές κολάσεις
πίσω ἀπό κάθε θάμνο; Ἄμαχοι ἄνθρωποι
νά συνωθοῦνται στούς φεγγίτες τῶν ὑπογείων,
γιά ν’ ἀδειάσουν τά ὅπλα τους φρουροί ἐρεθισμένοι
ἀπό τή μυρωδιά τοῦ ξένου θανάτου.
Τόσοι νεκροί! Πόσοι δέν ξέρουμε.
Ἄς μείνουμε στήν ἀοριστία,
γιά νά εἶμαστε, ὅπως πάντα, ἀκριβεῖς μέ τά λεγόμενα
καί ἄσχετοι με τά νοούμενα. Στέφανε, Στέφανε,
στό αἷμα πηγαίνει τό τσακάλι, ὄχι τό λιοντάρι.
Λυπήσου λοιπόν τόν ἑαυτό σου κι ἐμένα
πού ἀνησυχῶ καί δέ λυπᾶμαι παρά μόνο τά δάκρυά μου,
γιατί τέτοιος λάσπωσα τά χέρια τοῦ θεοῦ.
Σέ λίγο, ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ θ’ ἀποχωρήσουν
στό τρεμούλιασμα μιάς φλόγας, χωρίς κερί, οὔτε φλόγα.
Ποῦ θά βρεθεί τόπος – πές μου ἄν μπορεῖς-
γιά ὅσους φορτώθηκαν τόσο σκοτάδι;
Ἴδιοι μέ δαίμονες ἤ καί χειρότεροι ἴσως,
θά καταντήσουν πρόσφοροι γιά κάθε εἴδους τιμωρία,
μέχρι νά βγοῦν ἀπό τήν παλιά τους πλάνη
καί νά ἐξαγνιστοῦν στό φῶς τῆς καινούργιας
πού θά ὁμολογεῖται παντοῦ· στίς πόλεις, στά χωριά,
στίς γειτονιές, στίς πλατεῖες, μέ εἰκόνες καί σημάδια
καί μορφασμούς· μόνον ὄχι μέ λόγια καί ἔργα.
Δέ βλέπεις, Στέφανε, πώς θά βρεθεῖς,
ἄπιστος τή μέρα τῆς πίστης καί πιστός τή μέρα τῆς ἀπιστίας,
ὑποφέροντας μιά δριμύτερη Κόλαση ἀπό ἐκείνους
πού δέ γνώρισαν καθόλου Κόλαση;
Ἡ πρώτη σιωπή δική μου, ἡ δεύτερη δική σου!
Φύλαξε τούς δρόμους τῆς γλώσσας σου·
κάνε τό στόμα φυλακή καί κλεῖσε ἔξω τά θύματά σου.
Ἕνας κόσμος ἀποφασισμένος, δέν εἶναι κόσμος.
Ἑτοιμάσου! Ἔχεις νά θερίσεις
τό παράπτωμα μιᾶς ἀπέραντης ἐλευθερίας
πού λέει γεράκι ὅταν τρέχει ἑρπετό
καί λέει φίδι ὅταν πετάει πέτρα.

Μιάν εἰκόνα περιφέρει ὁ ἄνθρωπος·
ἄδικα ταράζεται. Ὁ Ἄνθρωπος!

Ἔζησα ἤδη ἀρκετά.
Θά μείνω μέ τό σφάλμα τῆς πληγῆς μου.
Τέλειωσα. Σέρνεται πάλι ἡ ψυχή, τήν ἀκούω.
Δέν τρίζει, σφυρίζει. Δέν κρύβεται, κυκλώνει.
Μέ χρειάζεται, μέχρι νά ἐκτίσει τόν κόσμο.

ΙΙΙ
ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ

[Ἕνας δειλός, ἔφεδρος γλόμπος προσπαθεῖ νά φωτίσει τό μοναδικό δωμάτιο τοῦ μικροῦ διαμερίσματος. Οἱ τοίχοι γυμνοί. Οὔτε ἕνα παλιό ἀνώνυμο τοπίο, οὔτε μιά φωτογραφία γάμου, μέ σκουριασμένα πρόσωπα καί ὑγρασιασμένα χέρια. Στό ἕνα ἀπό τά δύο μεγάλα ξύλινα κρεβάτια, ἕνας νεαρός τραυματισμένος βαριά. Στό ἄλλο, μιά νέα γυναίκα λεπτή, ὄμορφη σάν ἀνοιξιάτικη βροχή, σχεδόν κορίτσι, στηρίζει ἕνα μπλόκ ἀλληλογραφίας στά γόνατά της και γράφει. Τά δάχτυλά της κρατούν τό στιλό μέ μιάν ἀριστοκρατική ἄνεση, σπούδαζε Ψυχολογία ἄλλωστε. Ὡστόσο, φαίνονται ταλαιπωρημένα. Τό ἴδιο καί τό βλέμμα της, καθώς κοιτάζει μέ τρόμο τό νεαρό τραυματία. Τά χείλια της, κόκκινα σάν κεράσια, δείχνουν πώς πρέπει νά ἀγαπήθηκε πολύ. Δέν ἔχει σημασία πώς βρέθηκε μόνη σ’ αὐτό τό ἄθλιο δωμάτιο, μέ ἕνα σχεδόν νεκρό ἄγνωστο. Σημασία ἔχει πώς ὁ μόνος ἄντρας πού ἀγάπησε πραγματικά ὑπῆρξε σπουδαστής τῆς Θεολογίας, τώρα κατηγορούμενος γιά ἐγκλήματα πολέμου. Σ’ αὐτόν γράφει. Τό γράμμα ἔπεσε στό πάτωμα καί πατήθηκε καί σκίστηκε καί κομματιάστηκε, ὅταν ὁ στρατός ἄδειασε βεβιασμένα τόν καταυλισμό προσφύγων. Ἐξάλλου, ἀκόμη κι ἄν τό ταχυδρομοῦσε, θά ἦταν μάλλον ἀπίθανο νά ἔφτανε στόν προορισμό του. Ἡ τύχη τῆς γυναίκας ἀγνοεῖται. Κάπου στά Βαλκάνια. Νύχτα.]

Ἐπειδή σ’ ἀγάπησα, σάν ὄνειρο μέ ἀμέτρητες φωτιές
πίσω ἀπ’ τίς ράχες τῶν βουνῶν,
σοῦ γράφω καίγοντας τήν τελευταία μου σπίθα·
ἐγώ, μιά πορφυρή, παράξενη φυγή,
πυρπολημένη ἀπό ἀτέλειωτη λύπη.
Θυμᾶσαι; «Φεύγεις σάν ἐλάφι κυνηγημένο·
ἄν γλυτώσεις σάν σπουργίτι θά ‘ναι θαῦμα!»
Ἐπιβίωσα ἁπλά σάν ἄνθρωπος
ἀποφασισμένος νά ἐκδικηθεῖ τήν ἀδικία τῆς βαρύτητάς του.

Ἄρχισα νά περιφέρομαι στήν πόλη
πού θά φώλιαζα τή σκόνη τῆς ὑπόλοιπης ζωῆς μου
καί τήν ὑγρασία τῆς ὑπόλοιπης ζωής μου.
Ὅλα μοῦ ἔδιναν ταυτόχρονα μιάν ἐντύπωση
πού θά ρίζωνε καί μιάν ἄλλη πού θά ταξίδευε συνεχῶς.
Ἔβλεπα, κάθε μέρα, τά ἴδια σπίτια καί,
καθώς ἤξερα πώς ἦταν τά ἴδια,
τ’ ἀγαποῦσα σταθερά μέ τό ἴδιο ὄνομα.
Ὕστερα, ἔνιωσα πώς εἶχα φέρει μαζί μου περισσότερα
ἀπ’ ὅσα δάκρυσα ἤ δέν ἔφτασα ποτέ!
Πολύ ἀργότερα κατάλαβα πώς ἤσουν κοντά μου
ἤ πώς ἤμουν μαζί σου – ἀπό μιάν ἄποψη
τό ἴδιο κάνει· ἀπό μιάν ἄλλη κινδύνεψα νά τρελαθῶ.
Νόμιζα πώς τό σῶμα μου δέν ταίριαζε μέ τό δικό σου,
ὡστόσο τώρα ξέρω τί προσπαθοῦσε νά ξεχάσει
ἐκείνη ἡ δίψα πού ἄναβε μέσα μου,
κάθε φορά πού ξεδιψοῦσα ἄλλο σῶμα.
Μέ εἶχα ξεχάσει στήν ἀγκαλιά σου καί καθώς
δέν σ’ ἀγκάλιασα ποτέ, δέν ἤξερα τί ἔπρεπε νά θυμηθῶ,
ν’ ἀναζητήσω, νά πάρω πίσω ἤ νά δώσω
κι ἄς ἔμενα ἕνα τίποτε πού δέ σέ πόθησε ποτέ.
Κοιτοῦσα τόν οὐρανό – πόσο αἷμα
σπατάλησα στίς φλέβες μου γιά νά ξεφύγω
τά γαλάζια ψέματά του – κι ἀφηνόμουν νά φτωχαίνω
τή φτώχεια ὅλων. Μά εἶναι ἀπίστευτο πόσο διαφέρουν
οἱ ἄνθρωποι στόν τρόπο πού σκορπᾶνε τίς ἐλπίδες τους.
Οἱ περισσότεροι αὐτοσχεδιάζουν: φαντάζονται
ὅ,τι μπορεῖ νά περάσει ἀπ’ τό μυαλό τους,
προκειμένου νά κρατηθοῦν στό ναυάγιο τῆς εἰκόνας τους·
ὁρισμένοι ἀποδέχονται τήν κατάντια τους
σάν νά τήν περίμεναν γιά νά ὑπάρξουν ἐπιτέλους
ἀκέραιοι. Μετά ἦρθε ἡ φωτιά νά κατοικήσει
τά σπίτια πού δέν ἔκαιγαν οἱ ἴδιοι
ἀπό μιάν ἀνεξήγητη αὐτοσυγκράτηση
ἤ μιάν ἐντελῶς δικαιολογημένη
αἴσθηση ματαιότητας. Κι ἐνῶ ἡ πόλη
γινόταν ἀκατάσχετη στάχτη
κι ὅσοι θυμοῦνταν ξαφνικά πώς ζοῦν ἀκόμη
προσπαθοῦσαν νά γλυτώσουν
ἀπό τό θάνατο τό θάνατό τους,
ἐγώ κοιμόμουν μιάν αὐλή γεμάτη τριαντάφυλλα.
Εἶχα γυρίσει σπίτι. Φύτευες δυό χέρια εὐκάλυπτο,
κι ἀνάσαινα ἕνα στῆθος ἀπόγευμα
γεμάτο ψυχές ἐργατικές καί τεμπέλικα μωρά.
Ἄνοιξες τό βράδυ· φοροῦσα κατάσαρκα δροσιά
γεμάτη τριαντάφυλλα ἀπ’ τή μικρή αὐλή. Κατάπια
δυό γλυκόξινα κεράσια, ὅταν μ’ ἀγκάλιασες…

Ξέρω πώς ὁ γέροντας εὐκάλυπτος
δέν παλεύει μέ τόν ἄνεμο πιά,
μά οὔτε ἐγώ μέ τά ὄνειρά μου.
Εἶμαι βέβαιη: ἡ ψυχή πεθαίνει
ὅταν χάσει τήν αὐλή, πού ὀνειρεύτηκε συχνά
ἀπό χαρά ἤ ἀπελπισία, ἀπό ἔρωτα ἤ δειλία.

Συντόμευε! Δική σου!

IV
ΑΜΑΧΟΣ

[Ἕνας ἄντρας βαδίζει στό στενό πεζοδρόμιο. Ἕνα σκυλί, ἀκολουθεῖ τά βήματά του· κάποτε μπαίνει μπροστά. Τόν κοιτάζει. Ὁ ἄντρας τό διώχνει, ψιθυρίζοντας κάθε φορά τά ἴδια μεθυσμένα λόγια. Δέν εἶναι στόν τόπο του, οὔτε ἐλπίζει νά γυρίσει σύντομα. Δέν ἔχει σημασία. Οὔτε πώς ὑπῆρξε φοιτητής τῆς Κλασικῆς Φιλολογίας. Σημασία ἔχει πώς ἀπό λίγο γλύτωσε τό θάνατο στό στρατόπεδο προσφύγων πού τόν εἶχαν μεταφέρει. Κάπου στά Βαλκάνια. Νύχτα.]

Ξένος σέ ξένο τόπο τί νά πῶ καί τί νά κρύψω,
κυκλωμένος ἀπό τήν καχυποψία;
Πές μου. Τουλάχιστον ἐσύ
κάτι θά ξέρεις παραπάνω
γι’ αὐτό τό ἀπίστευτο λαγούμι,
πού μυρίζει ἀνθρώπινο αἷμα ὅταν βρέχει,
καί μυρίζει βροχή ὅταν ματώνει.
Μίλα ἤ σβῆσε μόνος σου· νά λείπουν
θαύματα καί μαγεῖες καί κόλπα!
Φύγε ἀπ’ τό δρόμο μου· τραβήξου!
Μπορῶ νά τρεκλίσω τό δικό μου σκοτάδι.

Ἄνω Δολιανά Ἀρκαδίας – Ἀθήνα, 2001

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s