“Το ψωμί στο γόνατό μου και άλλα ποιήματα” του Οκτάι Ριφάτ

Πίσω απ’ την κλειδωμένη πόρτα του απογεύματος
χαζεύω τις καλαμιές

(«Στην όχθη»)

Ο Οκτάι Ριφάτ (Oktay Rifat Horozcu, 1914-1988) το 1941 εξέδωσε μαζί με τους Ορχάν Βελί Κανίκ και Μελίχ Τζεβντέτ Αντάι το περίφημο βιβλίο Garip (Παράξενο), το οποίο έδωσε το όνομά του στο πρωτοποριακό λογοτεχνικό κίνημα Παράξενη Ποίηση που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια στα τουρκικά γράμματα και συνίστατο στην απόρριψη των παραδοσιακών μορφών ποίησης και στην εισαγωγή της τουρκικής λογοτεχνίας στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.

Ειδικότερα, όπως γράφει ο καθηγητής τουρκικών σπουδών Αριστοτέλης Μητράρας στον πρόλογο της ανθολογίας, το κίνημα της Παράξενης Ποίησης στην Τουρκία χαρακτηρίστηκε από τον ενστερνισμό του υπερρεαλισμού, του ντανταϊσμού και της αυτόματης γραφής, ενώ απευθυνόταν στον απλό άνθρωπο και ασχολιόταν με τις ευαισθησίες και τα βιώματά του. Ήταν μια ποίηση με έντονα υλιστικά στοιχεία και με την ειρωνεία σε εξέχουσα θέση.

Ο Ριφάτ, ο οποίος δημοσίευσε μαζί με τον Ορχάν Βελί Κανίκ το ποίημα Ağaç (δέντρο), που θεωρήθηκε μανιφέστο του κινήματος, μεταφέρει ενίοτε την ιδεολογία του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού στην ποίησή του, προσδίδοντας σε αρκετά ποιήματά του αγωνιστικό-επαναστατικό χαρακτήρα για να τονίσει την αξία της αντίστασης, αλλά και για να ασκήσει κριτική στο καθεστώς μιας κοινωνίας υπό καταπίεση. Άλλα θέματα στην ποίησή του είναι η απελπισία, η θλίψη, η απογοήτευση και η απαισιοδοξία, πάντα μέσα στο πλαίσιο της καθημερινότητας και των απλών πραγμάτων, χωρίς να λείπουν και ποιήματα όπου ο Ριφάτ φαίνεται αισιόδοξος και εκφράζει την προσδοκία ότι θα έλθουν καλύτερες μέρες για τον άνθρωπο.

Όντας αντίθετος με την ιδέα της λογοτεχνικής «σχολής» και πιστεύοντας ότι η μονόπλευρη κατεύθυνση ενός κινήματος φθείρει πνευματικά, ο Ριφάτ θα αποχωρήσει τελικά από το κίνημα της Παράξενης Ποίησης, μόλις αποβιώσει ο ηγέτης του, Ορχάν Βελί Κανίκ.

Η συγκεκριμένη ανθολογία είναι χαρακτηριστική της ποιητικής του Ριφάτ. Πολλά ποιήματά του είναι απλώς παράξενα: πιάνονται από μια στιγμή και αφηγούνται ιστορίες που όμως δεν μαθαίνουμε ποτέ πώς συνεχίζονται, πολύ περισσότερο πώς τελειώνουν. Η γραφή του επιστρέφει πάντα στη φύση, η οποία προβάλλει σαν τη μόνη σταθερά σε έναν κόσμο αναπάντεχο και γεμάτο παράδοξα. Ως εκ τούτου η εικονοποιΐα του που συνδέεται με αυτήν είναι εκπληκτική, όπως δείχνουν και τα ακόλουθα αποσπάσματα:

Έτσι είναι
ο άνεμος της άνοιξης: τα σύννεφα περνούν,
η μπόρα σταματά, το φως
αντανακλάται σε βρεγμένα φύλλα.

(«Μετά τη βροχή»)

Όταν τα σύννεφα κοκκινίζουν
τα πουλιά μοιάζουν πιο λευκά·
[…] με τεράστια βήματα ο ουρανός
πατάει πάνω σε απογεύματα κι ελπίδες.

(«Ουρανός»)

Το βουνό, ο ουρανός, τα πουλιά, τα ψάρια, η θάλασσα, το άλογο είναι στοιχεία που επανέρχονται ολοένα στην ποίησή του και ενίοτε συμβολοποιούνται με έναν ήπιο τρόπο:

Τα ποιήματά μου είναι ψάρια
κι ένας γλάρος τινάζεται,
βουτάει και τα πιάνει –

(«Δες τι κρύβει ο βυθός»)

Η φύση παραπέμπει στην αθωότητα κι έτσι αρκετά ποιήματά του την αναδεικνύουν ως συνθήκη ενός αυθεντικού τρόπου ζωής, όπως φαίνεται π.χ. στα «Ο ποιητής, το κορίτσι και το πτηνό» ή «Κούνια και δρόμος», το οποίο παραθέτω ολόκληρο επειδή είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο ο Ριφάτ διαχειρίζεται τη στιγμή: ως αφετηρία για μία δήλωση ή ένα συμπέρασμα.

ΚΟΥΝΙΑ ΚΑΙ ΔΡΟΜΟΣ

Το κορίτσι κάνει κούνια όρθιο·
πηγαίνει μπρος-πίσω και κοιτάζει
από σύννεφο σε σύννεφο
– δέντρο, τριφύλλι, ουρανός: όλα δικά του

«Παλαβό κορίτσι»,
λέει ο περαστικός,
«νομίζει πως τελειώνει ο δρόμος
εκεί που πέφτει η πέτρα του».

Κουβάρι όλα
– όνειρο ή πραγματικότητα
μόνο παιδιά και ποιητές
μπορούν να λύσουν πολύπλοκα προβλήματα.

Τον αυθεντικό τρόπο ζωής όμως, πρέπει κανείς να παλέψει για να τον κατακτήσει. Έτσι, δεν λείπουν ποιήματα που είναι μαχητικά και εμψυχωτικά, όπως π.χ. το ποίημα «Η ελευθερία έχει χέρια», απ’ όπου και το ακόλουθο απόσπασμα:

Αυτό θα πει ν’ αγαπάς την ελευθερία:
άπαξ και σ’ έπιασε, μην της ξεφύγεις
μην τη συνηθίσεις ποτέ –
από την πραγματικότητα ονειρεύεσαι κάτι πιο πραγματικό.

Ο Ριφάτ παίζει επίσης συχνά με το στοιχείο του αναπάντεχου ή του αιφνιδιασμού, όπως στα ποιήματα «Μια χειμωνιάτικη νύχτα» ή «Μήλο», απ’ όπου και οι ακόλουθοι στίχοι. Συχνά το αναπάντεχο δίνεται με σουρεαλιστική διάθεση:

Ρίχνω το δίχτυ στο παράθυρο
και πιάνω γυναίκες και παιδιά, σακάτηδες ζητιάνους,
καρακάξες και σκυλιά, πιτσιλωτές γάτες,
κάνα δέντρο, λίγο φως και βρύα.

Όπως γράφει στο επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, η γλώσσα του Ριφάτ είναι αποφασισμένη: θα φέρει στο επίπεδο της τέχνης την ανεπιτήδευτη ευαισθησία και τον στοχασμό του καθημερινού ανθρώπου. Για του λόγου το αληθές, παραθέτω το εναρκτήριο ποίημα της ανθολογίας:

ΑΣΤΡΑ

Δίπλα στο βιβλίο το τετράδιο
δίπλα στο τετράδιο το ποτήρι
δίπλα στο ποτήρι το παιδί
στο χέρι του παιδιού μια γάτα.
Και πέρα μακριά: άστρα, αμέτρητα άστρα.

Ο Ριφάτ έχει έναν δικό του τρόπο να μας συστήνει εκ νέου τον κόσμο. Είναι ένας τρόπος παράξενος, όμως τρυφερός και δίκαιος· ταυτόχρονα, είναι αποκαλυπτικός των ανθρώπινων δυνατοτήτων: «είναι μέρα, πιες λίγο φως/ με τη φούχτα σου» («Κάποιες μέρες»).

Χριστίνα Λιναρδάκη
Φιλόλογος, μεταφράστρια

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο “Μιλώντας για τα απλά”. Εμίς το αναδημοιεύουμε από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/03/blog-post_6.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

2 responses to ““Το ψωμί στο γόνατό μου και άλλα ποιήματα” του Οκτάι Ριφάτ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s