Λάζαρος Γεωργιάδης, Απέραντα ματωμένοι και τρελοί

ξέρω πως αγαπούσες
τους ήλιους που λειώνουν οι νύχτες στα σοκάκια

ξέρω πως κοιμόσουν
με τον Φάουστ αγκαλιά και το αψέντι τελειωμένο

ξέρω πως κοίταζες
χαμηλωμένες κορυφές
Και με τη γλώσσα χάιδευες διάφανα κοράκια

ξέρω πως φίλαγες
Τα χίλια στόματα του μωβ
Κι ανέπνεε μέσα σου ένα πελώριο “γιατί” κρυμμένο

ξέρω πως όλες οι πληγές σου
ήταν μια έξοδος εξαίσια
της καπνισμένης κάννης η παράταιρη φωνή

ξέρω πως όλες οι ζωές σου
ήταν το λούνα παρκ
του μεγάλου κλόουν θεριστή

ξέρω πώς είναι το κρύο
να ιδρώνει στις γιορτές μας
και της καρδιάς μας η βενζίνη
να θέλει τη γεύση μιας ακατάπαυστης φωτιάς

ξέρω πως
όσο πιο γρήγορα θα τρέξεις να ξεφύγεις
τόσο πιο εύκολα το παρελθόν θα γελάσει στη γωνιά

ξέρω πως
όλα τα δώρα κάποτε μαζεύουν τις παγίδες τους
και ένας ήχος του απέραντου
δεν πρέπει ποτέ να σιωπήσει από ανία

ξέρω πως είναι όμορφα
Τα πιο βαθιά λημέρια σου
όταν κανέναν και τίποτα στον κόσμο δεν ακους

βάλε για φόρεμα ένα μαύρο πεντάγραμμο
θα γίνω κόκκινες νότες όλο παύσεις να φωνάξουμε μαζί

απέραντα γαντζωμένοι στο άγνωστο

απέραντα ματωμένοι

και τρελοί

*Από τη συλλογή “Τέλος”, εκδ. Στοχαστής, 2018.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s