Γιώργος Μπλάνας: «Ο έρωτας γεννά συνεχώς ερωτήματα»

Φώτο: Βασίλης Μαθιουδάκης

Κυριακή Μπεϊόγλου*

«Οι ποιητές κοιμούνται σαν πουλιά/ μέσα στην αίσια γαλήνη των δασών…», γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στο «Η ποίηση είναι μπουγάδα απλωμένη στην αυλή του παραδείσου».

Εγώ τον συνάντησα μέσα στο κέντρο μιας πολύβουης πόλης, ζητώντας του να μου πει ποιος είναι αυτός ο πάντα χαμηλών τόνων ποιητής που εκδίδει ακατάπαυτα ποίηση, μεταφράσεις σύγχρονων, κλασικών και αρχαίων έργων.

Ποιος είναι ο Γιώργος Μπλάνας που με τον δικό του πολύ προσωπικό τρόπο επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία έτσι όπως αυτός την αντιλαμβάνεται, με διάθεση παρηγορητική απέναντι στα δεινά του σύγχρονου ανθρώπου;

Κι ίσως έχει και τη διάθεση να μου αποκαλύψει κάτι για τους ποιητές που «το χιόνι απλώνει τα μαλλιά του/στα ξύλινα μάτια τους/κι ο ήλιος στεγνώνει τις σκέψεις τους/στα ξέφωτα».

● Κύριε Μπλάνα, από τα τόσα κείμενα που έχετε διαβάσει, δουλέψει, μεταφράσει, έχετε βρει κάποιο ενδεδειγμένο τρόπο να φιλοσοφείτε τη ζωή;
Κατά κάποιο τρόπο η φιλοσοφία είναι πανούκλα…

Τι εννοείτε;
Η φιλοσοφία είναι ένας τρόπος σκέψης που φτιάχνει μοντέλα. Επιμένει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αυτά τα μοντέλα.
Ευτυχώς τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα έγινε μια τομή που λέγεται Χάιντεγκερ. Οταν ο Χάιντεγκερ άρχισε να φιλοσοφεί, επιστρέψαμε στην προσωκρατική φιλοσοφική σκέψη.
Φιλοσοφία είναι για μένα αυτό που έκανε ο Ηράκλειτος, όχι ο Πλάτωνας. Ο Πλάτωνας δημιούργησε παράδοση. Η νεότερη φιλοσοφία αυτής της παράδοσης θεωρεί το «Συμπόσιο» ένα πάρεργο.
Σπουδαίο έργο θεωρεί την «Πολιτεία». Είναι ένα έργο ανατριχιαστικό, το οποίο όμως ξεκαθαρίζει, εξηγεί, τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ο Πλάτωνας, τη λογική του.

Γιατί επιλέξατε τη βιβλιοθηκονομία;
Ηταν η μόνη σχολή που δήλωσα. Το 1976 μπήκα. Το βιβλίο για μένα είναι φετίχ.
Αυτό έγινε γιατί ήταν μέσα στο σπίτι η γιαγιά μου, που με μεγάλωσε. Μια γιαγιά μόλις 39 ετών. Χήρα ενός «τεταρτοδιεθνιστή» τροτσκιστή. Τον σκότωσαν στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» οι Γερμανοί όταν απέδρασαν τα μέλη του ΚΚΕ από εκεί.
Καθώς με μεγάλωσε λοιπόν -αυτή η γιαγιά της ίδιας ιδεολογίας με τον παππού- είχα την αίσθηση ότι το βιβλίο ήταν ένα είδος σπλάχνου του ανθρώπου.
Με τους σημερινούς όρους θα έλεγα ότι ο άνθρωπος είναι ένα cyborg του οποίου το μη βιολογικό μέρος είναι το βιβλίο. Η γιαγιά μου και η μητέρα μου με προμήθευαν βιβλία.

Και τι βιβλία διαβάζατε;
Δεν διάβασα παιδικά βιβλία. Αν εξαιρέσεις τον Ιούλιο Βερν. Στη Δευτέρα Δημοτικού διάβασα το «Ο γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγουεϊ.
Αυτό βρήκαν στο χαρτοπωλείο της γειτονιάς, έγραφε επάνω και Βραβείο Νόμπελ, και μου το πήραν! Και να σκεφτείς ότι ήταν αγράμματοι άνθρωποι, η γιαγιά μου δεν πήγε ποτέ σχολείο.

Εδιναν περισσότερο έμφαση και σημασία στα γράμματα οι άνθρωποι εκείνων των γενιών;
Μεγάλη έμφαση! Το θεωρούσε τιμή του ο κάθε άνθρωπος να στείλει τα παιδιά του στο Πανεπιστήμιο.
Τώρα είναι σχεδόν ατιμωτικό να μην περάσει το παιδί σου στο Πανεπιστήμιο, άλλο αν πολλά παιδιά δεν πάνε καν να γραφτούν ή τα παρατάνε στη μέση των σπουδών!
Μεγάλο θέμα αυτό! Πάντως αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα και στα πανηγύρια πάντα υπήρχε ένας πάγκος που πουλούσε βιβλία και μάλιστα κλασικά: Ντοστογιέφσκι, Ουγκό, ο «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ και άλλα πολλά.
Είναι αδύνατο ως παιδί να μην πέσει το μάτι σου πάνω τους. Το κάθε παιδί, όχι μόνο εγώ, γιατί φαντάζομαι πως δεν τους μεγάλωσε όλους μια γιαγιά που τους μάθαινε τη Διεθνή πριν τους μάθει να κάνουν τον σταυρό τους!

Φαντάζομαι πως ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ σάς έκανε μεγάλη εντύπωση ως παιδί για να βάλετε αργότερα στην πρώτη ποιητική σας συλλογή τον τίτλο «Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή»…
Αυτό που λέει: Η ζωή είναι ένα είδος τετάρτου τροχού σε μια άμαξα. Σαν ρεζέρβα δηλαδή. Μεγάλη κουβέντα! Μου έμεινε ο μύθος.
Αν το καλοσκεφτούμε, ποιος άλλος δημιούργησε έναν τόσο μεγάλο, δυνατό και θεμελιώδη μύθο;

Τι καταλάβατε λοιπόν τελειώνοντας αυτό το βιβλίο;
Το προδρομικό οικολογικό θέμα κατ’ αρχήν. Εγώ είχα ένα μεγάλο θέμα με τη φύση, ήθελα να βλέπω ουρανό, να βλέπω δέντρα, στην πλατεία που παίζαμε βλέπαμε την Ακρόπολη!
Αν δεν έχει πατήσει ο άνθρωπος ξυπόλυτος μέσα στη λάσπη, αν δεν έχει πιάσει με τα χέρια του ένα σκουλήκι μέσα από το χώμα, δεν μπορεί να νιώσει αυτή την εμπειρία που στήνει ξαφνικά μέσα του μια δομή ολιστική κάνοντάς τον να νιώθει ο ίδιος μέρος της φύσης.
Ακόμα κι αν η φύση αντικατασταθεί από μια εικονική φύση, πάντα διατηρεί μέσα του αυτή τη δομή. Δηλαδή, τη σέβεται.
Αυτός ο σεβασμός είναι η μόνη δυνατή άμυνα απέναντι στην εικονική πραγματικότητα.

Το πρώτο ποίημα πότε το γράψατε;
Δευτέρα Δημοτικού. Εγραψα τον Εθνικό Υμνο του Διονυσίου Σολωμού! Τι εννοώ;
Παρά το ότι γινόταν πόλεμος, μάχες, για να με βάλουν να γράψω και να διαβάσω, εγώ έγραψα όλες τις στροφές του Υμνου τρεις ή τέσσερις φορές…

Γιατί το κάνατε αυτό;
Διότι ζήλευα! Ζήλευα που εκείνος είχε γράψει αυτό το πράγμα κι όχι εγώ! Στην αρχή αρχή της ποίησης υπάρχει ο μάγος και αυτό που δεν μπορεί να ερμηνευτεί. Εκανα αναπαράσταση, μίμηση. Αυτή η τελετή με ηρεμούσε κάπως.

Γιατί διαλέξατε τον Λόρενς Φερλινγκέτι για να μεταφράσετε πρώτο;
Ηταν η εποχή! Μια επαναστατική εποχή παρ’ όλο που εγώ στον τρόπο ζωής μου ήμουν πάντα συντηρητικός.
Επαιξε ρόλο και η γνωριμία μου με τον Λεωνίδα Χρηστάκη που έβγαζε ένα αντιεξουσιαστικό περιοδικό, το «Ιδεοδρόμιο».
Διάβασα Φερλινγκέτι και μου άρεσε για τη μαχητική ποίησή του και τον λυρισμό του. Το δεύτερο βιβλίο σ’ αυτή τη σειρά ήταν Κάμινγκς.
Υπήρχε όμως κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, ο Κάμινγκς, ο Κάρλος Ουίλιαμς και άλλοι ήταν σαν μεγάλα πουλιά που άνοιξαν τις φτερούγες τους και έκλεισαν μέσα την μπίτνικ γενιά.
Αυτό, η συνέχεια, είναι μια αρετή της αμερικανικής λογοτεχνίας και κουλτούρας.
Να φανταστείς ότι ο ομπζεκτιβιστής, μινιμαλιστής Ουίλιαμς κάνει πρόλογο σ’ ένα ποτάμι ρομαντισμού όπως είναι το «Ουρλιαχτό».

Και πώς βγήκε η πρώτη σας ποιητική συλλογή;
Με προτροπή του Λεωνίδα Καφάογλου που είχε τις εκδόσεις «Υακίνθη». Θυμάμαι την πλακέτα όταν βγήκε, καταπληκτική. Αλλά να σας πω κάτι, εγώ πάντα πήγαινα γωνία γωνία.

Γιατί πηγαίνατε γωνία γωνία; Εκ χαρακτήρος;
Αυτά τα πράγματα είναι τα απομεινάρια του μπολσεβικισμού. Δηλαδή ό,τι και να γινόταν, μένει μια φωνή μέσα σου που σου λέει: Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου και διάβαζε πολύ. Και στο σπίτι η αλαζονεία ή ο κομπασμός ήταν νοσηρό πράγμα.
Ακόμα κι ο πατέρας μου που ήταν διάσημος στην περιοχή ήταν χαμηλών τόνων.
Οταν κομπάζεις, ό,τι βγει από το στόμα σου γίνεται ένα όχημα και υπάρχει ο κίνδυνος να το πάρεις από πίσω.
Να πεις δηλαδή, είμαι ο επόμενος νομπελίστας, να το πιστέψεις, να καταστρέψεις κι αυτά τα πράγματα που κάνεις, και στο τέλος να γίνεις γελοίος.

Γιατί ήταν διάσημος ο πατέρας σας;
Ηταν ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Αιγάλεω. Από το 1949 έπαιζε μπάλα. Με τον Εμφύλιο δηλαδή.
Θυμάμαι που μου έλεγε μάλιστα ότι σε έναν αγώνα με τον Αστέρα Τρίπολης όταν έβαζαν γκολ σηκώνονταν οι κομμουνιστές και ζητωκραύγαζαν, αγκαλιάζονταν με τους ταγματασφαλίτες -που μάλιστα πυροβολούσαν και στον αέρα για να το γιορτάσουν- και όταν έβγαιναν έξω από το γήπεδο άρχιζαν να τους κυνηγάνε! Αλλος τόπος το γήπεδο.

Πάντως η πρώτη σας ποιητική συλλογή έτυχε πολύ καλής υποδοχής…

Είχα την τύχη να έχω πολύ καλούς κριτικούς σε όλη την πορεία μου. Κριτικούς που δεν ήξερα, δεν γνώριζα.
Αυτοί οι άνθρωποι με τις κριτικές παρατηρήσεις τους με βοήθησαν να γίνω καλύτερος. Τους οφείλω πολλά.

Σήμερα υπάρχουν τέτοιοι βιβλιοκριτικοί;
Υπάρχουν αυτοί που υπήρχαν. Εχει ανέλθει και ένα είδος που κυρίως κάνει βιβλιοπαρουσίαση με κάποιες λίγες κριτικές παρατηρήσεις. Βεβαίως σε όλα αυτά τα πράγματα γίνεται και κατάχρηση.
Από την αρχαία Αθήνα ακόμα, πάντα υπήρχαν οι διάσημοι, που προσπαθούσαν να επιβάλουν τη δουλειά τους, που προσπαθούσαν να επιβληθούν.
Ο Αριστοφάνης στους Βατράχους λέει κάτι πολύ ωραίο: Ερχεται ο καθένας, αφήνει μια κουτσουλιά και το ονομάζει θεατρικό έργο!

Στο ποίημά σας «Αναπόφευκτη ανθηρότητα» λέτε: «Αφέθηκα, δεν σκέφτηκα, μα ακόμη ελπίζω στην αναπόφευκτη ανθηρότητα»…
Την ανθηρότητα αυτή αρκετοί την αντιλήφθηκαν ως Θεό. Δεν θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω έτσι.
Είναι ο δημιουργός που έχει καρφωθεί στο μυαλό μας από τα χρόνια του Ομήρου και τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και φαίνεται πως ακολουθεί τους ανθρώπους σε όλες τις περιπέτειές τους.
Υπάρχει μια δημιουργική δύναμη που κάποιοι θεωρούν πως είναι έξω από το άτομο ή την κοινότητα, εγώ αυτό το θεωρώ αλλοτρίωση.
Ξέρω ότι υπάρχει μια δημιουργική δύναμη μέσα μας, γιατί είμαι ένα ον που δεν έχει διαφορές με τα άλλα όντα, κι αυτή τη δημιουργική δύναμη την έχουμε θεσμοθετήσει και τη χρησιμοποιούμε σαν κάθαρση στα πανηγύρια και στις τελετές.
Ακόμα και για μένα που δεν πιστεύω σε οντολογικό επίπεδο στην ύπαρξη του Θεού, πιστεύω ότι αν δεν υπήρχαν οι τελετές θα μαραζώναμε. Οι τελετές είναι κάθαρση!

Στη «Νύχτα» λέτε: «Σε θέλω, μου ανήκεις, σ’ αγαπώ», έχετε κατανοήσει τα πάθη του έρωτα; Αυτό το «μου ανήκεις» μοιάζει σαν μια ιδιοκτησία…
Νομίζω ότι ορισμένες λέξεις υπάρχουν ως γλωσσικά παιχνίδια. Είναι περιοχές, στοχαστικές πρακτικές.

Δεν υπάρχει και μια αλήθεια εκεί μέσα; Στο «μου ανήκεις». Γιατί διαλέξατε αυτή τη λέξη;
Βεβαίως! Κατά καιρούς ένα γλωσσικό παίγνιο προΐσταται και η λέξη αρχίζει και περιορίζεται. Π.χ. μεγαλώσαμε σε μια εποχή που η ηγεμονία ανήκει στο γλωσσικό παιχνίδι της πολιτικής και δη του μαρξισμού.
Η λέξη «ανήκω», η λέξη «ιδιοκτησία», ήταν ήδη στο τραπέζι σαν κάτι που δεν ήταν σωστό. Οταν λοιπόν χρησιμοποιώ μια «φορτωμένη» λέξη μπαίνει το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Οχι κτητικότητα στον έρωτα.
Αλλά να σας πω κάτι, έχει ρωτήσει κανείς τους ανθρώπους ειλικρινά πόσο κολακεύονται με αυτή την κτητικότητα που τους απευθύνει ο άλλος;
Αυτό που συμβαίνει με τον έρωτα είναι τρομερό. Θέλεις να ανήκεις, θέλεις να εξαφανιστεί οτιδήποτε πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο και να δημιουργήσεις μια καινούργια οντολογική κατάσταση, να υπάρχεις μόνο γι’ αυτό.
Αυτός ο οποίος θέλει τον άλλο κτήμα του στην πραγματικότητα θέλει να γίνει εκείνος κτήμα του άλλου, υπάρχει μια διαλεκτική στον έρωτα.
Αντιδρά με κτητικότητα εκείνος που έχει εκμηδενιστεί, που έχει παραδοθεί πλήρως στον άλλον. Είναι λεπτές ισορροπίες που δεν μπορούν να ρυθμιστούν.

Είναι το μεγαλύτερο «ψέμα»; Η μεγαλύτερη παραίσθηση;
Οχι, είναι μια καινούργια αλήθεια. Ο έρωτας γεννάει συνεχώς ερωτήματα. Υπάρχουμε επειδή υπάρχει. Είναι τόσο περίπλοκο θέμα που το μόνο που βοηθάει είναι να μην κάνεις αυτό που κάνει η κοινωνία.

Δηλαδή;
Η κοινωνία, για να αποφύγει τη σύγκρουση των μελών της με τη βία, θεσμοθετεί τη βία. Και τη δίνει κατά αποκλειστικότητα στο κράτος, προσπαθεί να θεραπεύσει τη βία με τη βία. Δεν γίνεται αυτό. Αυτό είναι παράλογο.
Αν προσπαθήσεις να συλλάβεις στο βάθος βάθος τον έρωτα στην ουσία του θα είναι σαν να προσπαθείς να θεραπεύσεις την αίσθηση του αντικειμένου που έχεις -διότι είσαι αντικείμενο- δίνοντας στον άλλο την αποκλειστικότητα του υποκειμένου.
Τα πράγματα είναι απλά στον έρωτα, υπάρχουν περιπτώσεις που δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
Ξαφνικά βρίσκεσαι σ’ ένα σπίτι μ’ έναν άνθρωπο εδώ και είκοσι χρόνια επειδή τον ερωτεύτηκες. Χωρίς να έχεις σκεφτεί πάνω σ’ αυτό το πράγμα!

Στο «Αυτοκράτωρ Ιουλιανός προς φιλόσοφον» λέτε: «Αυτοί που σιωπούν μένουν ανεύθυνοι μες τους αιώνες». Γι’ αυτό δεν μιλούν οι άνθρωποι για όσα συμβαίνουν; Μια τεράστια σιωπή έχει πέσει τελευταία…
Δεν μιλούν οι πολίτες. Καλώς σιωπούν. Μίλησαν πολύ προηγουμένως, σε διαδηλώσεις, σε συμπλοκές με την αστυνομία. Φτάσαμε στο σημείο άνθρωποι να χάνουν το φως τους από κλομπ.
Θα έχουμε αργότερα ίσως την ευκαιρία σε δημόσιο επίπεδο να δούμε τι έγινε και πώς. Χρειάζεται μια απόσταση.
Τώρα σιγήν ασυρμάτου. Αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο να πέσουν θραύσματα πυραύλων στο κεφάλι μας.
Ο Ερντογάν απειλεί και δεν μας έχει πείσει η Τουρκία ότι δεν κυβερνάται από έναν τρελό. Πρέπει να ωριμάσουμε πολιτικά. Να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στο πολιτικό και στο ιδιωτικό, στο συναισθηματικό και στο δημόσιο.
Οι Ελληνες δεν αντιδρούν πια σαν να είναι στο καφενείο που όταν μπει κάποιος και τους προσβάλει υπάρχει περίπτωση να συμπλακούν.
Αυτά που έζησαν είναι ένα τεράστιο σοκ. Αν αντιδράσουν η αντίδραση αυτή ίσως σωριάσει την ελληνική δημοκρατία. Δεν εννοώ βέβαια τους θεσμούς, που έχουν πια αποδείξει τη δημοκρατικότητά τους.
Εχουν συμβεί πράγματα που καλό είναι να τα συζητήσουμε όταν πάρουμε μια ανάσα.

Στην «Αντιγόνη» (Γαβριηλίδης) που μεταφράσατε μέσα σε μια σειρά άλλων αρχαίων τραγωδιών, ο Σοφοκλής λέει για τη Θήβα: «Σ’ αυτή την πόλη όλοι είναι μόνοι, προσπαθούν να ευτυχήσουν αλλά δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν γι’ αυτό…», εξαιρετικά επίκαιρο και για την εποχή μας. Πώς οδηγούμαστε στη μοναξιά;
Με την απόφαση ή την απερίσκεπτη ιδέα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος ότι είναι δυνατόν να είναι μόνος του. Από φόβο, από υπέρμετρη φιλοδοξία ή από κούραση.

Στον «Προμηθέα Δεσμώτη», που επίσης μεταφράσατε σ’ αυτή τη σειρά, μπαίνει στα προλεγόμενά σας ένα ερώτημα που προκύπτει από τη φιλοσοφική σκέψη: Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του ουρανού;
Θα αναφέρω μια κουβέντα ενός ποιητή – αν συνέβη τώρα αυτός ο ποιητής να ασχοληθεί με την πολιτική και να μην τα κάνει όλα όπως πρέπει, αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι μεγάλος ποιητής.
Ο Μάο Τσε Τουνγκ είπε λοιπόν πως «ο ουρανός ανήκει στους άντρες και στις γυναίκες». Ο μισός ουρανός ανήκει στους άντρες και ο άλλος μισός στις γυναίκες. Τόσο απλά. Στον καθένα μας ανήκει ένα κομμάτι ουρανού.

Κύριε Μπλάνα, τελειώνοντας αυτή τη συνομιλία μπορείτε να μας πείτε τι βρίσκεται αυτή τη στιγμή πάνω στο γραφείο σας; Τι αφήσατε μισοτελειωμένο για να συναντηθούμε αυτή την Κυριακή το μεσημέρι;
Α, πολλά, μεταφράσεις κυρίως. Αλλά και κάτι δικό μου…

Θα μας πείτε κάτι απ’ το δικό σας;
Είναι ένα καινούργιο έργο. «Σχεδόν Επος» είναι ο τίτλος.
Ο Ομηρος έχει βάλει σε μια βάρκα τον Αχιλλέα με πολύ κρασί βεβαίως και οδεύουν προς τον ωκεανό. Θα συναντήσουν στην κόλαση νεκρούς που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί.
Αρχίζει έτσι: Τον είδα να ’ρχεται σαν φλόγα/του κεριού μέσα στην νύχτα/κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό-/μέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή:/διάφανη μήτρα των μικρών,/θεών, που αστράφτουν μεσημέρι /απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο/ύπνο των κράμων. Προσπέρασε θαμπά /τις νεκρικές πυρές. Ενα σκυλί,/τρέκλισε την αγρύπνια του· άνοιξε/το στόμα να γαβγίσει: αιμόφυρτη σιωπή,/ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του-/σωριάστηκε, σπαρτάρισε.

*Από εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/o-erotas-genna-synehos-erotimata

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s