Βασίλης Βασιλειάδης, Ποιήματα

Στό μπαλκόνι
ή γυναίκα κάπνιζε σιωπηλά τό τσιγάρο της,
ό άνδρας ρούφηξε βιαστικά τόν καφέ του
τή ζωή αξίζει νά τή ζήσει κάθε άνθρωπος,τής είπε
εμείς οί δύο αξίζει νά τή ζήσουμε τή ζωή μας,
αλλά τώρα πιά
αναρωτιέμαι
μπορέσαμε νά τή ζήσουμε τή ζωή;
αυτή ή αναπάντητη αμφιβολία
μάς έχει κάνει τρελλούς,
είμαστε καί οί δύο άρρωστοι,
ή γυναίκα φύσηξε τόν καπνό από τή μύτη της,
τόν κοίταξε
ή τρέλα δέν είναι αρρώστεια
είναι μία διαφορετικού τρόπου αντίληψη τού μυαλού
πού πολλές φορές μετατρέπεται σέ δυνατή νεύρωση
τόσο δυνατή πού μάς κάνει νά υποφέρουμε,
εξ άλλου γιατί χρησιμοποιείς χαρακτηρισμούς σάν νά μάς αφορούν καί τούς δύο καί γιατί μιλάς γιά κοινή ζωή;
μά ζούμε γιά πολλά χρόνια μαζί
σέ ξέρω καί μέ ξέρεις καλά
απάντησε ό άνδρας,
ή φωνή της έγινε αυστηρή
ό καθένας μας βλέπει τόν άλλον μέ τή δική του ματιά
κανένας από έμάς τούς δύο δέν βλέπει τόν άλλον όπως είναι,
εσύ,εγώ,ό καθένας έχει χίλια πρόσωπα διαφορετικά,
άν μέ ρωτήσουν νά πώ ποιός είσαι
δέν θά μπορέσω νά τούς απαντήσω
αλλά σίγουρα μπορώ νά τούς πώ γιά τόν άνθρωπο πού γιά πολλά χρόνια μέ τόν δικό μου τρόπο βιώνω
καί πού μπορεί νά μήν είσαι εσύ,
από τά πολλά πρόσωπα πού είναι ένας άνθρωπος ερωτευόμαστε καί αγαπούμε μόνο μερικά,
αυτά πού μάς βολεύουν,
τό ίδιο κι εσύ γιά μένα,
πόσες φορές
γιά νά νοιώσουμε ασφάλεια
όταν τά τείχη τού εγωτισμού μας πέφτουν
δέν ανασκουμπώνουμε τά κλισέ μας;
επιστρατεύουμε τά απωθημένα τών φύλων μας,
είναι πολλές οί φορές
πού εσύ κι εγώ κοιταζόμαστε
χωρίς νά βλέπει ό ένας τόν άλλον,
μιλάμε διεκπαιρεωτικά γιά ό,τι προκύψει
ή απλά προτιμούμε τίς αποσιωπήσεις,
αλλά,χαμογέλασε,ακόμη καί οί σιωπές έχουν τούς θορύβους τους,
τού έδωσε τό ποτήρι μέ τό κρασί,
τό ξέρω καί τό ξέρεις πώς οί σχέσεις δέν είναι πάντα περιοχές καλής διάθεσης,
όλα όσα λές είναι ή αλήθεια μας,μουρμούρισε ό άνδρας κουνώντας καταφατικά τό κεφάλι του,
εγώ όμως δέν αγαπώ ούτε τήν σέβομαι τήν αλήθεια,τού είπε,αυτή πού επικαλούμενη τό όνομα της μειώνει τούς ανθρώπους,
ή δική μας αλήθεια μάς ξεφτιλίζει,
σκούπισε τά δακρυσμένα της μάτια,
ή αλήθεια πρέπει νά συνυπάρχει μαζί μέ τήν ομορφιά καί τή καλοσύνη,
ομορφιά
χωρίς αλήθεια καί καλοσύνη
δέν είναι ομορφιά,
καλοσύνη
χωρίς ομορφιά καί αλήθεια
δέν είναι καλοσύνη,
καί αλήθεια
χωρίς ομορφιά καί καλοσύνη
δέν είναι αλήθεια,
ό άνδρας χωρίς νά τήν κοιτάζει μονολόγησε
μάς κλέψαν τή ζωή μας οί καταστάσεις
αλλά φταίμε εμείς
πού τίς αφήσαμε νά μάς τήν κλέψουν,
γέλασε δυνατά καί ή τρυφερότητα της τού χάιδεψε τά μαλλιά
ηρωισμοί φιλοσοφικών αποφθεγμάτων,τού είπε κοιτώντας τον στά μάτια
μόνο πού ή φιλοσοφία ψάχνει τήν αλήθεια
αλλά ή ίδια δέν είναι ή αλήθεια,
ό φόβος
αυτός πού μάς γεμίζει μέ αισθητικούς καί εγκεφαλικούς δογματισμούς
καί μάς καταντούν παρωχημένους,
ό φόβος πού μάς περιπολεί πάντα ένοπλος δέν είναι παίξε-γέλασε,
αυτός κλέβει τά πάντα
τή ζωή μας
τήν ομορφιά μας
τήν καλοσύνη μας
τήν αλήθεια μας,
τού έπιασε τό χέρι
έλα,τού είπε
πάμε μέσα,
θέλησε νά χαιδέψει τά μάτια της,
τό χέρι του χάιδεψε τόν δροσερό αέρα τής νύχτας
έμεινε ακίνητος
έσφιξε τά δάχτυλα στήν παλάμη,
έκλεισε τήν μπαλκονόπορτα
κι έσυρε τά βήματα του στό δωμάτιο,
τό γέλιο της
αυτό τό γέλιο της πόσο ήθελε νά τό ακούσει καί νά τό δεί ξανά καί ξανά,
μόνο αυτός τό ξέρει.

(Σανγκάη -Κίνα 2002,αδημοσίευτηκαί ανεπεξέργαστη ποίηση )

Στάσου ακίνητος
μπροστά στόν καθρέφτη τού κόσμου,
κοίταξε τό Είναι σου κατάμουτρα
δές το πώς κατάντησε
ένα σύνολο παραληρημάτων τών πολλών
μία μάζα ιδιοτήτων χωρίς τόν άνθρωπο
χωρίς εσένα,
θυμάσαι πού σού είχα πεί
μήπως θά έπρεπε νά σκεφθείς πώς ή προσωπικότητα μας είναι κάτι πού συνέχεια εξελίσσεται
κι όχι ένα γιά πάντα αμετάβλητο Είναι,
μιά εύχάριστη φυλακή πού απομονώνει τήν ύπαρξη μας από τήν αλήθεια τής ζωής καί τού ανθρώπου;
τό θυμάσαι ή τό ξέχασες;
μέ κοίταξε στά μάτια
δέν περίμενε απάντηση
μέ χτύπησε φιλικά στόν ώμο
κι έφυγε.

(Παληό κομμάτι ηλικίας σχεδόν 30 χρόνων,ποίηση πού γράφτηκε καλοκαίρι 1989 στήν Ισχια/Ιταλία.)

Σ αυτόν τόν τόπο
πού είναι ένα τεράστιο σκηνικό τών χαμένων παραδείσων,
στή γενεαλογία τής ζωής τών ανθρώπων του
ή τόλμη τής διάνοιας συρρικνώνει τήν επικράτεια της,
ενώ διαστέλλεται τό κύρος τής εφευριματικότητας καί εγκατάστασης πραγματικοτήτων,
σ αυτόν τόν τόπο οί άνθρωποι εγκαλούνται
γιατί
μισούν τή συστημική εξουσία
αλλά φοβούνται παθολογικά τίς ριζικές αλλαγές,
αισθάνονται στό πετσί τους τήν αδικία
αλλά δέν εκτιμούν τούς ανατροπείς της,τούς ακτιβιστές,
απεχθάνονται τή γραφειοκρατία
αλλά υποτάσσονται σ αυτή
ότάν τά συμφέροντα τους εξυπερετεί,
σιχαίνονται τούς μπάτσους
αλλά ζητούν περισσότερη αστυνόμευση γιά χάρη τής ασφάλειας τους,
νοιώθουν εξαπατημένοι
αλλά πιστεύουν σέ αυτά πού τούς λέει ή γκόμενα στή τηλεόραση,
μισούν τόν πόλεμο
αλλά στηρίζουν αδιαμαρτύρητα τούς εξοπλισμούς,
σ’αυτόν τόν τόπο
άνθρωποι καί εξουσία βρίσκονται σέ σχέση σαδομαζοχιστική
καί απολαμβάνουν μέ καύλα τόν δεσμό τους,
στό κάθε σήμερα σκηνοθετούν παιχνίδια ό ένας γιά τόν άλλον,
καταναλώνονται καί καταναλώνουν,
αγαπούν μέ τούς κανόνες τους τόν άλλον
σέ αυτόν τόν τόπο
πού είναι ακατάργητο τό μεγάλο καρναβάλι τής πραγματικότητας
καί διώκονται γιά κακούργημα οί σχεδιαστές τών συγκρούσεων
κι άλλων ενεργημάτων ανατίναξης αδιεξόδων,
σχεδόν όλοι
χωρίς δράμι μνήμης στοκαρισμένης στόν εγκέφαλο
παραλύουν σέ σχέσεις ναρκωτικές.

(Τό κομμάτι ,ηλικίας 40 χρόνων ,γράφτηκε στό Δυτ.Βερολίνο,τήν κοσμογονική περίοδο δημιουργίας τών Πρασίνων,τότε πού ή Petra Kelly είχε μόλις κάνει αλήθεια τήν Ουτοπία της καί τήν παρακολουθούσαμε (μικρό τό ακροατήριο τότε στό ξεκίνημα) νά εκφράζει συγκινημένη τόν ενθουσιασμό της γιά τό Καινούργιο, τήν εποχή πού ό Joschka Fisher ήταν ακόμη ταξιτζής καί μιλούσε μέ τήν γλώσσα τού πολιτικοποιημένου ταξιτζή στό βήμα,πολύ πρίν γίνει κεντρικός πολιτικός παράγοντας ώς Υπ.Εξωτερικών,τότε πού συναντιόμασταν όλοι μαζί μετά τίς ομιλίες καί τά forum στίς αίθουσες τού ΙCC γιά δείπνο καί ποτό στό Paris Bar στήν Κantstrasse,τότε πού ετοιμάζαμε μέ τόν Γιώργο Νασιούλα καί τόν Ιάκωβο Ρήγο καί άλλους τόν θεατρικό μας γκρούπ καί παίζαμε γιά τούς έλληνες φοιτητές καί εργαζόμενους τής πόλης,λίγο μετά από τήν ίδρυση τού παιδικού θιάσου πού είχαμε ιδρύσει εγώ μέ τόν Γιώργο τόν Νασιούλα στό Μόναχο κι ανεβάζαμε παιδικό θέατρο στήν Στέγη Ελληνίδας τού Μονάχου γιά τά παιδιά τών εργατών,δηλαδή χωρίς νά θυμάμαι ακριβώς τόν χρόνο,τό κομμάτι γράφτηκε τό 1978-1980.
Αδημοσίευτο μέχρι τώρα,στά παληά σκονισμένα αρχεία στριμωγμένα στά κάτω ράφια τής βιβλιοθήκης μου.)

Ελάχιστη Τέχνη καί Ποίηση σήμερα δημιουργεί καί στηρίζει μία Πολιτική τής Αγάπης ή τής Επιθυμίας. Ενώ είναι αποδεκτά στή Τέχνη καί στήν Ποίηση ό Ερωτισμός ακόμη καί ή Πορνογραφία,αντίθετα ή Αγάπη παραμένει τό παραβατικότερο από όλα αυτά τά θέματα.Τήν στιγμή πού τό Μίσος είναι πρώτο στή θέση τών θεμάτων πού μάς απασχολούν-έχουμε τεράστιες σέ ποσότητα δημιουργίες τής Τέχνης καί τής Ποίησης πού παράγονται μέ αφετηρία τό Μίσος-κι έχουμε Πολιτικές τών Φύλων, τής Ράτσας, τών Τάξεων, γιατί νά μήν εισάγει στή ζωή μας,στόν καθημερινό μας πολιτισμό ή Τέχνη ή ή Ποίηση δημιουργίες πού νά στηρίζουν τήν Πολιτική τής Αγάπης; (όχι τού Ρομάντζου γιά νά μήν λάθρα ταυτιστεί ή Αγάπη μέ τήν Sentimentalitaet /μέ τό Σεντιμενταλ τό σιχαμερό επαρχιώτικο, τό εμετικό,ούτε μέ τίς συναισθηματικές εξάρσεις τού εγωτισμού μας όταν αυτός γουστάρει νά φορτίσει συγκινησιακά καί φυσικά ούτε τόν γελοίο εκκλησιαστικό ή θρησκευτικό κανονιστικό όρισμα της ).

Κι έτσι εδώ στά βόρεια έγραψα αυτές τίς λίγες σειρές ποίησης. ……

Πόσο θέλω
νά μέ χαρακτηρίζουν τά μικρά τής καθημερινής μου ζωής πράγματα
“Ανίατα Τρελός εξ αιτίας Αγάπης ”
Πόσο θέλω νά φοβάμαι
αυτούς πού ή καλοσύνη τους επιμένει νά μού προσφέρει δωρεάν τήν θεραπεία από αυτή τήν ανίατη μαγική τρέλα μου,
διαβάζω επάνω στά θεραπευτικά σκευάσματα
Δράση :
“ή αποτελεσμστική θεραπεία τής νόσου καί ή επαναφορά στή φυσιολογία τής λογικής βασίζεται στήν άμεση καί ολοκληρωτική αφαίρεση τής Αγάπης από τήν καθημερινή ζωή τού ασθενούς “,
δέν θέλω νά θεραπευτώ
τέλος.

(Ενδομήτριες -από τήν κυοφορία μου στή μήτρα τής ποίησης-Φωνές καί Ερωτήσεις .)

Naif ποίηση

Μά
μέ τί νομίζεις πώς καταπιάνομαι σέ όλη μου τή ζωή
σέ ένα κόσμο νεομπαρόκ
πού τόν πρώτο λόγο έχουν οί εξαπατήσεις καί οί αυτοεξαπατήσεις;
παλεύω νά νικήσω τή δουλεία μου στή κοινωνία
καί νά αφανίσω τήν εσωτερική μου ειδωλολατρεία
αφήνοντας τόν καθωσπρεπισμό τού κόσμου νά γαυγίζει πίσω μου,
ναί
μέ τέτοιες γελοίες γιά τή λογική παραλογίες καταπιάνομαι σέ όλη μου τή ζωή.

(Copyright Βασίλης Βασιλειάδης)

Naif ποίηση

Μέ τή συγκατάθεση μας
μάς επέβαλαν νά ζούμε σέ καθεστώς Χρόνου
τό ατέλειωτο Παρόν,
οί σχέσεις μας Interface γεννημένες από τήν υπέρτεχνολογία
ξεχάσαμε τήν face to face ζωή μας,
γι αυτό σκάβω
χρειάζεται νά ξεθάψουμε τό Μέλλον μας
γιά νά πάρουμε πίσω τή Φαντασία μας
κι άς τήν υποτιμάει τώρα ή γλώσσα τους λέγοντας την fiction
εμείς επιμένουμε νά θυμόμαστε τούς ξεχασμένους της δεσμούς αίματος μέ τό fingere,
δημιουργώ τέχνη καί βιώνω τή δημιουργία της,
μήπως υπάρχει μεγαλύτερη τέχνη από τή ζωή μας;
μήπως υπάρχει ζωή χωρίς Φαντασία;
αυτή τήν ακατάπαυστη παρόρμηση πρός τήν ασέβεια
απέναντι στά τεχνητά “άρα” τους
πού μά υποχρεώνουν νά τά διαβάζουμε σάν τήν φύση τών πραγμάτων
τής υπαρκτής πραγματικότητας,
έφτυσε τίς παλάμες της καί πιάνοντας τό φτυάρι συνέχιζε νά σκάβει μέ πείσμα,
θέλουμε ό κόσμος καί ή ζωή μας,μουρμούρισε,νά έχουν τίς δικές μας εικόνες κι όχι τίς δικές τους,
μά εσύ ξεθάβεις καί τούς νέκρούς;τή ρώτησε
τούς χρειαζόμαστε
χρειαζόμαστε τό εκτοπισμένο παρελθόν μας

(Copyright Βασίλης Βασιλειάδης)

Τό ένα μάτι τής Αλήθειας γελούσε
καί τό άλλο μάτι της έκλαιγε
όταν τούς έλεγε τό κοινότυπο,
είμαστε υπάρξεις προσωρινές
μόνο ή στιγμή είναι ή πραγματικότητα τού χρόνου μας
αλλά
μόνο άν οί στιγμές έχουν αλήθειες,
πού αυτές έτσι κι αλλοιώς δέν βρίσκονται στήν πραγματικότητα,
καταργείται ό χρόνος από οντοποιός
καί μπορεί ή προσωρινότητα τής ύπαρξης
νά γίνει ζωή ξέχειλη από αλήθεια ζωής,
τέτοια ζωή
πού στό μυαλό νά φαντάζει ατέλειωτη.

(Σόφια Νοέμβρης 2018, Copyright Βασίλης Βασιλειάδης )

Εδώ φοβούνται τούς ξένους;
δέν έχει ξένους ό τόπος,απάντησε
τούς διώξαμε όλους,
άλλους δολοφονήσαμε
άλλους τούς αφήσαμε νά πεθάνουν από τήν πείνα
κι άλλους τούς διώξαμε
δέν έμεινε κανένας τους,
είστε φυλή καθαρή τώρα..αυτό είναι πού θέλατε. .έτσι δέν είναι;
τόν κοίταξε απογοητευμένος
οί καθαρότητες σηματοδοτούν αγκυλώσεις,
πισωπατήματα
όρια
λογικές τσακάλια πού διψούν γιά αίμα
βαρύτητες πού παραμορφώνουν
κι άλλες αναπηρίες,
οί καθαρές φυλές είναι καταδικασμένες νά πεθαίνουν
αργά ή γρήγορα τίς ρουφάει ό βάλτος τής καθαρότητας τους,
ό άνθρωπος χρειάζεται τόν ξένο γιά νά συνεχίσει να ζεί
κι άν είναι άτυχος καί δέν τόν έχει
τότε πρέπει νά τόν εφεύρει, νά τόν δημιουργήσει,
όταν πέφτει ή ματιά τού ξένου επάνω του
τού ανοίγει πέρασμα
νά εκτεθεί φτάνοντας στήν αλήθεια του,
νά συνειδητοποιήσει τό παρελθόν του,
μέσα από τόν ξένο αποκτάει τή δυνατότητα νά σκέφτεται μέ ερωτηματικά,
αμφισβητώντας τίς βεβαιότητες ,
έτσι μπορεί νά σπρώχνει τή ζωή του
ολοένα καί παραπέρα
κατά εκεί πού είναι ή ζωή.

(Σόφια 2018 τόν Νοέμβρη. Copyright Βασίλης Βασιλειάδης )

Αυτοί οί άνθρωποι
ακροάζονται τόν κόσμο από απόσταση
δέν βυθομετρούν τά πράγματα
κατοικημένοι καθώς είναι από τήν ειρωνία καί τήν ηρεμία τής μή συμμετοχής
δέν δείχνουν νά τρελαίνονται
ούτε από χαρά
ούτε από θυμό
έτσι μεγάλωσαν
μέ αυτό τόν τρόπο σκέψης μεγαλώνουν τά παιδιά τους
καί ή ζωή βρίσκει τό νόημα της στά σπασμωδικά likes καί στα replies
αυτοί οί άνθρωποι
μ αυτή τή ζωή τους
μή συμμετοχή
ειρωνία
ηρεμία
like
reply…….

Όμορφε κόσμε
πού βρίσκεσαι;
ξέρει κανείς από σάς νά μού πεί
πού θά βρώ
τόν γαμημένο όμορφο κόσμο;
αυτόν ψάχνω….

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s