Μια συνέντευξη της Alejandra Pizarnik

Εισαγωγή – επιλογή – μετάφραση: Στάθης Κομνηνός*

Καιρό τώρα υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μεταφράσω ολόκληρο το έργο της Alejandra Pizarnik και να το διαδώσω όσο μπορώ. Έχω περίπου 280 σελίδες στο «συρτάρι» μου που πρέπει οπωσδήποτε να βρω χρόνο να τις διαβάσω και να οριστικοποιήσω το κείμενο της απόδοσής μου. Σήμερα αντλώ απ’ αυτό μια συνέντευξη της ποιήτριας, την οποία θεωρώ ασυγκρίτως ανώτερη από τις αβασάνιστα μοδάτες και πασίγνωστες (και προς θεού δεν το εννοώ διόλου υποτιμητικά…) Plath, Sexton ή άλλες ομότιμες μ’ αυτές στην κλάση τους ποιήτριες. Με καταθλίβει και μ’ ενοχλεί εξοργιστικά η υπερτίμηση ή η υποτίμηση στη λογοτεχνία (και όχι μόνον). Αλλά αυτή είναι μια αρρώστια που δεν θα εγκαταλείψει ποτέ την ανθρωπότητα, καθώς δεν παρέχεται ακριβής διάγνωση, συμπτωματολογία και φαρμακευτική αγωγή και, φυσικά, πάσχουμε απ’ αυτήν, ανίατα, όλοι ανεξαιρέτως. Η πιο εύκολη, ίσως, προσληπτικότητα, η αμεσότητα και οικειότητα ενός βιώματος, μιας σκέψης ή ενός «μηνύματος», όπου ένας κοινός παρονομαστής αναγνωρίζει ευκολότερα τον εαυτό του, η πιο προσιτή γλωσσική έκφραση και πολύ συχνά το καλύτερο εμπορικό πλασάρισμα, μαζί με μια πιο διαδεδομένη γλώσσα, είναι βασικές αιτίες αυξήσεως της αξίας των διάφορων ποιητικών μετοχών, όχι όμως και της ουσιώδους αξίας ενός ποιητικού έργου. Ευτυχώς που η Τέχνη είναι φύσει μακρά και ανεπηρέαστη από τέτοια και τα αποστάγματά της γίνονται αγλαά πετρώματα μετά από αιώνες. Στην αρρώστια, μολαταύτα, δεν πρέπει να παραδίδεται κανείς αμαχητί. Αυτό σημαίνει έγκοπη προσπάθεια ίασης από την τύφλωση των συρμών, των φωταγωγιών, των διαλαλητών και της οχλαγωγίας. Υπό την έννοιαν αυτή, ανακάλυψα, χρόνια τώρα, την Pizarnik. Η Pizarnik είναι ασυγκρίτως ασημότερη και πιο άγνωστη από τις προαναφερθείσες ποιήτριες (και άλλες φυσικά…, μεταξύ των οποίων δεν εξαιρώ και εγχώρια ονόματα), λόγω του εξαιρετικά μεγαλύτερου βάθους της, κατά την κρίση μου ασφαλώς, και των υψηλότερων (=οντολογικότερων) στοχεύσεών της. Το ενοχλητικό αυτό γεγονός με ώθησε σήμερα να δημοσιεύσω ένα ελάχιστο απόσπασμα από τις 280 σελίδες μου, μια που, επιπροσθέτως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μου δοθεί χρόνος να τηρήσω την υπόσχεσή μου στην ποιήτρια… Διάλεξα ένα κείμενο στο οποίο εμπεριέχονται αρκετοί στίχοι της, ώστε να ακουστεί η φωνή της και να γίνει περισσότερο γνωστή στο αναγνωστικό κοινό (ευτυχώς υπάρχουν κάποιες μεταφράσεις του έργου της στα ελληνικά τις οποίες μπορεί κάποιος να μετέλθει άμεσα, βλ. εκδ. Θράκα, και Bibliotheque). Προδρομική, λοιπόν, η σημερινή δημοσίευση, με την ελπίδα να γίνει κάποτε γεγονός και η σωματική παρουσία της στο συγκεντρωτικό τόμο των απάντων της.

Μια συνέντευξη της Alejandra Pizarnik

Η συνέντευξη δόθηκε στη Martha Isabel Moia και δημοσιεύθηκε στο El deseo de la palabra, Ocnos, Barcelona 1972.

M.I.M. – Υπάρχουν στα ποιήματά σου όροι που κρίνω πως είναι εμβληματικοί και συντείνουν σε μια σχηματοποίηση των ποιημάτων σου ως τόπων όπου κυριαρχεί η μοναξιά και η παρανομία, όπως τα πάθη της παιδικής ηλικίας, το ποίημα, ο έρωτας, ο θάνατος. Συμφωνείς μαζί μου στο ότι όροι όπως κήπος, δάσος, λέξη, σιωπή, περιπλάνηση, άνεμος, ραγισματιά και νύχτα, είναι, ταυτόχρονα, σημεία και λέξεις εμβληματικές;

A.P. – Πιστεύω ότι στα ποιήματά μου υπάρχουν λέξεις που επαναλαμβάνω πάλι και πάλι ασταμάτητα, δίχως ανάπαυλα, ανελέητα: εκείνες που αφορούν στην παιδική ηλικία, τους φόβους, το θάνατο, τη νύχτα των σωμάτων. Ή, για να είμαστε πιο ακριβολόγοι, οι όροι που κατονόμασες στην ερώτησή σου θα μπορούσε να ήταν σημεία και εμβληματικές λέξεις.

M.I.M. – Ας αρχίσουμε μπαίνοντας, λοιπόν, στους πιο ευχάριστους χώρους: ο κήπος και το δάσος.

A.P. – Μια από εκείνες τις φράσεις που με στοιχειώνει βαθιά την είπε η μικρή Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων: – «Ήρθα μόνο για να δω τον κήπο». Για την Αλίκη και για μένα, ο κήπος συμβολίζει τον τόπο της συνάντησης ή, με τα λόγια του Mircea Eliade, το κέντρο τού κόσμου. Πράγμα που μου υποβάλλει αυτή τη φράση: Ο κήπος είναι πράσινος στον εγκέφαλο. Φράση δική μου που με οδηγεί στην ακόλουθη του Georges Bachelard, που ελπίζω να τη θυμάμαι επακριβώς: Ο κήπος της ανάμνησης-ονείρου, χαμένος στο απώτατο βάθος του αληθινού παρελθόντος.

M.I.M. – Όσον αφορά στον κήπο σου, φαίνεται πως είναι συνώνυμος τής σιωπής. Ωστόσο, εγώ αισθάνομαι να υπάρχουν κι άλλες σημασίες. Για παράδειγμα, ο κήπος σου θα μπορούσε να είναι ένας υπαινιγμός, μια αλληγορία, για το απαγορευμένο, το απόκρυφο.

A.P. – Και γιατί όχι; Ωστόσο, παράλληλα θα μπορούσε να υπαινίσσεται την παιδική ηλικία, το σώμα, τη νύχτα.

M.I.M. – Μπήκες κάποια φορά στον κήπο;

A.P. – Ο Προυστ, αναλύοντας τις επιθυμίες, λέει πως δεν θέλουν να αναλύονται αλλά να ικανοποιούνται, δηλαδή: δεν θέλω να μιλώ για τον κήπο, θέλω να τον δω. Είναι σαφές ότι αυτό που λέω δεν αφήνει περιθώρια να είναι κανείς παιδικός ή, καλύτερα, παιδαριώδης, αφού σ’ αυτή τη ζωή δεν κάνουμε ποτέ αυτό που θέλουμε. Πράγμα που αποτελεί ένα ακόμη κίνητρο για να θέλει κανείς να δει τον κήπο, ακόμη κι αν είναι αδύνατον, – ακριβώς, μάλιστα, αν είναι αδύνατον.

M.I.M. – Ενώ απαντούσες στην ερώτησή μου, η φωνή σου έφερε μια φράση στη μνήμη μου από ένα σου ποίημα: το λειτούργημά μου είναι ν’ αποτρέπω και να εξορκίζω.

A.P. – Μεταξύ άλλων, γράφω για να μη συμβεί αυτό που τρέμω· για να μην υπάρχει αυτό που με πληγώνει· για να απομακρύνω το Κακό (ας θυμηθούμε τον Κάφκα). Μια που έχει ειπωθεί πως ο ποιητής είναι ο μεγάλος θεραπευτής. Υπ’ αυτή την έννοια, η ποιητική πράξη θα υποδήλωνε τον εξορκισμό, την αποτροπή και, επιπλέον, την αποκατάσταση. Το να γράφεις ένα ποίημα σημαίνει να θεραπεύεις τη θεμελιώδη πληγή, τη ραγισματιά. Αφού όλοι μας είμαστε πληγωμένοι.

M.I.M. – Μεταξύ των ποικίλων μεταφορών με τις οποίες δίνεις σχήμα σ’ αυτή τη θεμελιώδη πληγή, θυμάμαι, εξαιτίας βεβαίως της εντύπωσης που μου προκάλεσε, εκείνη που σε ένα πρώιμο ποίημά σου σε κάνει να αναρωτιέσαι για την κτηνώδη πτώση τού σπασμού που κυλά στο αίμα μου. Και νομίζω, σχεδόν με βεβαιότητα, ότι ο άνεμος είναι ένας από τους κυρίαρχους συγγραφείς της πληγής, μια που εμφανίζεται ενίοτε στα γραπτά σου ως ο μέγας τραυματίζων.

A.P. – Τρέφω αγάπη για τον άνεμο ακόμη κι όταν η φαντασία μου συνηθίζει να του δίνει άγρια σχήματα και χρώματα –ειδικά μάλιστα τότε. Έχοντας δεχτεί τη βιαιοπραγία του ανέμου, πορεύομαι στο δάσος, κι απομακρύνομαι σε αναζήτηση τού κήπου.

M.I.M. – Τη νύχτα;

A.P. – Λίγα γνωρίζω για τη νύχτα, ωστόσο ενώνομαι μαζί της. Το είπα σε κάποιο ποίημα: όλη τη νύχτα φτιάχνω τη νύχτα. Γράφω όλη τη νύχτα. Τη γράφω λέξη-λέξη.

M.I.M. – Όπως, επίσης, σε κάποιο εφηβικό σου ποίημα ενώνεσαι με τη σιωπή.

A.P. – Η σιωπή: μοναδικός πειρασμός, μα και η πιο μεγάλη υπόσχεση. Όμως νιώθω πως το άπαυστο κελάρυσμα δεν σταματά ποτέ να αναβρύζει (Πόσο καλά γνωρίζω το ανάβρυσμα της πηγής της (περι)πλανεμένης γλώσσας). Γι’ αυτό τολμώ να λέω ότι δεν γνωρίζω αν υπάρχει η σιωπή.

M.I.M. – Σε μιαν ευτυχή αντίστιξη μαζί σου, τη βλέπω να ενώνεται με τη νύχτα κι έπειτα με τη σιωπή, βλέπω την «ξένη», τη «σιωπηλή στην έρημο», τη «μικρούλα ταξιδιώτισσα», τη «μετανάστρια απ’ τα σπλάχνα μου»· αυτήν που θα «ήθελε να εισέλθει στο κλαβιέ για να εισχωρήσει στην ενδοχώρα τής μουσικής ώστε να αποκτήσει μια πατρίδα». Είναι αυτές ακριβώς, οι άλλες σου φωνές, που εκφράζουν την κλήση σου για περιπλάνηση, που κατά τη γνώμη μου είναι η αληθινή σου κλήση, ειπωμένη φυσικά με το δικό σου τρόπο.

A.P. – Σκέφτομαι μια φράση του Trakl : Ο άνθρωπος είναι κάτι παράξενο στη γη. Πιστεύω ότι, μέσα σ’ όλους, ο ποιητής είναι ο πλέον παράξενος. Πιστεύω ότι η μοναδική δυνατή κατοικία για τον ποιητή είναι η λέξη.

M.I.M. – Υπάρχει ένας φόβος σου που θέτει σε κίνδυνο αυτή την κατοικία: το να μη μπορεί κανείς να κατονομάσει αυτό που δεν υπάρχει. Είναι τότε λοιπόν που κρύβεσαι από τη γλώσσα.

A.P. – Με μιαν ασάφεια, όμως, που θέλω να ν’ αποσαφηνίσω: κρύβομαι από τη γλώσσα μέσα στη γλώσσα. Όταν κάτι –ακόμη και το τίποτε έχει ένα όνομα–, μοιάζει λιγότερο εχθρικό. Ασφαλώς, υπάρχει μέσα μου μια υποψία που λέει πως το ουσιώδες είναι άρρητο.

M.I.M. – Εκεί οφείλεται το ότι αναζητείς μορφές που εμφανίζονται ζώσες μέσω του έργου μιας γλώσσας ενεργητικής που τις υπαινίσσεται;

A.P. – Αισθάνομαι ότι τα σημεία, οι λέξεις, υποδηλώνουν, δημιουργούν υπαινιγμούς. Αυτός ο περίπλοκος τρόπος να αισθάνομαι τη γλώσσα με παροτρύνει να πιστεύω πως η γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει την πραγματικότητα· πως μπορούμε να ομιλούμε μοναχά για το προφανές. Εξ αυτού και η επιθυμία μου να κάνω ποιήματα αμείλικτα επακριβή σε πείσμα του έμφυτου σουρεαλισμού μου και να δουλεύω με στοιχεία από τις εσωτερικές σκιές. Αυτό είναι που χαρακτηρίζει τα ποιήματά μου.

M.I.M. – Ασφαλώς, τώρα πια δεν αναζητάς αυτήν την ακρίβεια.

A.P. – Ασφαλώς· επιδιώκω να γράφεται το ποίημα όπως εκείνο επιθυμεί να γραφτεί. Ωστόσο, προτιμώ να μη μιλώ για το τώρα διότι ακόμη είναι ελάχιστα γραμμένο.

M.I.M. – Σε πείσμα των τόσων πολλών που γράφετε!

A.P. – …

M.I.M. – Η άγνοια να κατονομάζεις σχετίζεται με την αγωνία να συναντήσεις κάποια φράση πλήρως δική σου. Το βιβλίο σου «Οι εργασίες και οι νύχτες» είναι μια σημαντική απάντηση, μια και σ’ αυτό αυτές που ομιλούν είναι οι δικές σου φωνές.

A.P. – Εργάστηκα σκληρά πάνω σ’ αυτά τα ποιήματα και πρέπει να πω ότι σχηματίζοντάς τα σχηματιζόμουν κι εγώ, και άλλαζα. Είχα μέσα μου μιαν ιδέα για το ποίημα και αγωνιζόμουν να την πραγματοποιήσω. Γνωρίζω ότι δεν μοιάζω με κανέναν (αυτό είναι πεπρωμένο). Το βιβλίο αυτό μου χάρισε την ευτυχία να συναντήσω την ελευθερία στη γραφή. Ήμουν ελεύθερη, ήμουν η οικοδέσποινα που έπλαθε τον εαυτό της με τη μορφή που εκείνη ήθελε.

M.I.M. – Μαζί με τους φόβους αυτούς συνυπάρχει εκείνος των λέξεων που επιστρέφουν. Ποιες είναι αυτές ακριβώς;

A.P. – Η μνήμη. Μου συμβαίνει να βοηθώ στη λιτανεία των λέξεων που εξορμούν και αισθάνομαι θεατής παθητικός κι ανυπεράσπιστος.

M.I.M. – Αναλαμπή που ο καθρέφτης, η άλλη όχθη, η απαγορευμένη ζώνη και η λήθη της, παρέχουν στο έργο σου το φόβο να γίνουν δύο, που αποδρά από τα όρια του döppelganger (Σ.τ.Μ γερμανικά στο πρωτότυπο: σωσίας) για να συμπεριληφθεί σε όλες εκείνες που ήσουν.

A.P. – Ορθά μιλάτε, είναι ο φόβος για όλες εκείνες που μέσα μου αντιμάχονται. Υπάρχει ένα ποίημα τού Michaux που λέει: Je suis; je parle á qui je fus et qui- je- fus me parlent. ( … ) On n’ est pas seul dans sa peau. (Σ.τ.Μ γαλλικά στο πρωτότυπο : Μιλώ· μιλώ σ’ αυτόν που ήμουν κι αυτόν που γινόμουν μιλώντας. Δεν είναι κανείς μονάχος μες στο δέρμα του.)

M.I.M. – Εκδηλώνεται σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή;

A.P. – Όταν «η κόρη της φωνής μου» με προδίδει.

M.I.M. – Σύμφωνα με ένα ποίημά σου, ο πιο όμορφος έρωτάς σου ήταν ο έρωτας για τους καθρέφτες. Ποιόν βλέπεις μέσα τους;

A.P. – Την άλλη που είμαι. (Στην πραγματικότητα, έχω έναν κάποιο φόβο για τους καθρέφτες). Κάποτε ενωνόμαστε. Σχεδόν πάντα αυτό συμβαίνει όταν γράφω.

M.I.M. – Στο τσίρκο μια νύχτα επανάκτησες μια γλώσσα χαμένη τη στιγμή που οι ιππείς με πυρσούς στα χέρια κάλπαζαν σ’ άγρια περίπολο πάνω σε μαύρα άτια. Τι είναι αυτό το κάτι παρόμοιο με τους θερμούς ήχους των κρανών για την καρδιά μου ενάντια στις αρένες;

A.P. – Είναι η γλώσσα που δεν συνάντησα ακόμη και θα μου άρεσε να συναντήσω.

M.I.M. – Μήπως τη βρήκες στη ζωγραφική;

A.P. – Μου αρέσει να ζωγραφίζω διότι στη ζωγραφική βρίσκω την ευκαιρία να αναφέρω εν σιωπή τις εικόνες των εσωτερικών σκιών. Επιπλέον, με ελκύει η έλλειψη μυθομανίας της ζωγραφικής γλώσσας. Το να δουλεύω με τις λέξεις ή, ακριβέστερα, ν’ αναζητώ τις λέξεις μου, υποδηλώνει μια πίεση που δεν υπάρχει όταν ζωγραφίζω.

M.I.M. – Ποιος ο λόγος της προτίμησής σου για την «κοιμισμένη τσιγγάνα» του Ρουσσώ; (Σ.τ.Μ. Εννοεί το ζωγράφο Henri Julien Félix Rousseau, γνωστό ως «Le Douanier», Aduanero στα ισπανικά).

A.P. – Είναι το ισοδύναμο τής γλώσσας των αλόγων στο τσίρκο. Θα ήθελα να φτάσω κάποτε να γράψω κάτι παρόμοιο με την «κοιμισμένη τσιγγάνα» του Aduanero, διότι υπάρχει σιωπή και, ταυτόχρονα, υπαινιγμός για πράγματα σοβαρά και φωτεινά. Επίσης, με συγκινεί μοναδικά το έργο των Bosch, Klee, Ernst.

M.I.M. – Φτάσαμε στο τέλος. Ας σε ρωτήσω λοιπόν αν κάποτε διατύπωσες κι εσύ την ερώτηση που έθεσε ο Octavio Paz στον πρόλογο τού «Το δοξάρι και η λύρα»: δεν θα ήταν καλύτερα να μεταμορφώσουμε τη ζωή σε ποίηση από το να κάνουμε ποίηση παράλληλα με τη ζωή;

A.P. – Απαντώ με τα λόγια ενός από τα τελευταία μου ποιήματα: Μακάρι να μπορούσα να ζήσω αποκλειστικά στην έκσταση κάνοντας το σώμα του ποιήματος ένα με το σώμα μου, εξαγοράζοντας κάθε φράση με τις μέρες και με τις εβδομάδες μου, ενσταλάζοντας στο ποίημα το φύσημά μου με τέτοια συνέπεια που κάθε γράμμα κάθε λέξης να θυσιαζόταν στις ιεροτελεστίες της ζωής.

*Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τα σχέδια είναι της Πισαρνίκ.]

**http://frear.gr/?p=12768

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s