Ρογήρος Δέξτερ, Στροφή στο πέρασμα που δεν υπάρχει

στην Κ.Σ.

[Αυτοσχέδιο στη μέση του μπαρ]

Εσύ γράφεις
Κι αυτοί καγχάζουν στα καφενεία
Παίζοντας ζάρια και χαρτιά
Και βλαστημώντας τα αόρατα
Τα ανείδωτα των τυφλών•
Έτσι περνούν οι νύχτες στη σειρά
Πιο βιαστικές και από τις μέρες
Που πέταξες πίσω σου
Όταν υπήρχες τάχα
Εδώ ίσως και αλλού
Μέσα στα αλλόκοτα όνειρα
Βαθιά μέσα στον παρήγορο ύπνο
Όπου ακόμη λες πως συναντάς
Φιλιά και χείλη αγαπημένων
Κοριτσιών που θυμάσαι να γελούν στο φως
Τού ήλιου τού μεσημεριού μιας μέρας
Και συνεχίζεις
Το μελάνι τελειώνει
Τα χαρτιά αρπάζουν φωτιά
Το αίμα σου στάζει
Σταγόνα τη σταγόνα
Μέσα σε σκόρπιους στίχους
Όπως αυτοί που διαβάζεις στους τοίχους
Των έρημων δρόμων που κρύβουν καλά
Την έξοδό τους προς τον παράδεισο
Και φτερουγίσματα αγγέλων
Στην πόλη που δείχνει
Το ωμό της πρόσωπο
Στους ανήμπορους ν’ αντιδράσουν
Εσώκλειστους των παλιών αναμνήσεων•
Δυο χέρια σφίγγουν γερά τα δάχτυλά τους
Μια θερμή χειραψία βαστά τη διάρκεια τ’ ουρανού
Νυχτώνει και παντού πάνω στις στέγες
Γκρεμίζονται τα κομμένα μας φτερά
Και οι μηχανές που είχαμε σχεδιάσει
Για τα όμορφα ταξίδια τού μέλλοντος
Βουτηγμένοι μέσα στον κόρφο τής νύχτας
Στην τρέλα τής νιότης•
Και ας μη θυμόμαστε πια
Πότε ακριβώς υπήρξαμε νέοι
Μόνο ότι γράφαμε τραγούδια
Που κανείς δεν άκουγε
Ν’ αφουγκραστεί
Την άτονη ανάσα που είναι
Το ψιθύρισμά μας τα μεσημέρια
Γι’ αυτό μόλις γίνεται νύχτα περιμένουμε
Τη νεράιδα εκείνη
Μια κόρη που διάνυσε αιώνες
Το σκοπό τραγουδώντας των τριζονιών
Που θα μας αγκαλιάσει
Θα μας κοιμίσει στο στήθος της με νανουρίσματα
Στους πιο γυμνούς καρπούς των κήπων
Και λόγια όπως τα λόγια των πουλιών
Που τ’ άφησαν με θλίψη οι κυνηγοί να ζήσουν
Να κάνουν φωλιά στα ξένα
Γιατί πάντα θα φταίνε οι κακοί καιροί
Θα φταίει η νοσταλγία μιας καλύτερης εποχής
Που νομίζουμε πως θα ζήσουμε αύριο
Ενώ οι θυμωμένοι
Κεραυνοί σε λίγο θ’ ακουστούν
Πώς πέφτουν με κρότο
Και μια αστραπή που θα φωτίσει τα σκοτάδια
Στο γέρο βοσκό και το κοπάδι του
Σε όσα κηρύττουν τη ζωή
Στην ερημιά με χρώματα
Ως και το θρόισμα των φύλλων
Που τσακίζονται
Των φίλων που χάθηκαν ξαφνικά
Για να μη λησμονήσουμε ποτέ
Ότι βαδίζουμε μόνοι•
Έτσι γράφεις λοιπόν
Και ας σε διαβάζουν με θυμηδία
Όσοι θρονιάστηκαν
Ψηλά στα βάθη με σκήπτρα
Τη στιγμή που κάθονται
Ένας ένας στην άκρη τού μπαρ
Γνωστοί και άγνωστοι
Οι νεκροί
Γυρεύοντας να πιουν απ’ τήν απόγνωση
Που κερνάς ολοένα
Για να ξεχάσουν τα πάντα
Και να ξεχαστούν.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s