Χρήστος Ε. Δημάκης, Δεκαεπτά στιγμές του σκληρού χειμώνα ’73-’74

…..
εισαγωγή: 17 στιχηρά που έγραψα από τις 20 του Νοέμβρη ’73 μέχρι και τον Φλεβάρη του ’74, τον πρώτο μου χρόνο στην Πολυτεχνική, δεκαοχτάχρονος. Τα μεταφέρω αλλάζοντας μόνον το τονικό κι έναν-δυο ακραίους δημοτικισμούς. 41 χρόνια από τότε, τα είχα δείξει μόνο στα παιδιά μου.

1. Απ’ την αρχή

Χαιρετώ φίλους κι άγνωστους
και φεύγω σ’ άλλη χώρα.
Παρατώ τα σπαθιά που έσπασαν
και παίρνω όπλα καινούρια.
Κόβω με το εγχειρίδιο
κρέας απ’ το μπούτι ενός νεκρού άλογου,
τ’ αλατίζω και γεμίζω τον γυλιό μου.
Είναι μακρύς ο δρόμος μου
κι η ερημιά πολλή.
Κλείνω τις πληγές
με τη σκισμένη μου φανέλα.
Φορώ τη χλαίνη ενός σύντροφου νεκρού.
Κρεμώ στον ώμο μου τ’ όπλο του.
Βάζω τα χέρια μου βαθιά στις τσέπες
κι αρχινώ.
Γυρεύω τον τόπο
που βγαίνει ο ήλιος.
90° αριστερά!

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 15/11/2014 – 16:50

2.

Τα παιδιά ησύχασαν.
Γύρισαν φοβισμένα και λούφαξαν στα σπίτια τους.
Τα φώτα σβήσανε.
Μια ομίχλη μας χωρίζει.
Ακούω τον ήχο της μηχανής.
Ακούω τις αλυσίδες στην άσφαλτο.
Ακούω τις αρβύλες των φαντάρων.
Θυμάσαι χθες; Είχες γιορτή.
Κι ήσουνα λεύτερος σε δυο στρέμματα γης.
Σήμερα είμαστε εδώ.
Στην αρχή καινούριας πορείας –ξανά.
Μέσ’ σ’ ένα γήπεδο στρόγγυλο.
Γυμνοί, μόνοι.
Μόνοι με τον επιστάτη του,
που σκουπίζει τις κερκίδες.

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 15/11/2014 – 20:43

3.

Αυτά τα τζάμια πεταμένα θρύψαλα στη γη.
Αυτά τα σανίδια σπασμένα στα πατώματα.
Αυτοί οι άνθρωποι που με κοιτούν με τα μαύρα γυαλιά.
Μου θυμίζουν:
Τι δεν είχα.
Τι δεν απόχτησα.
Τι χάνω.

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 00:00

4.

Στην άκρη του κόσμου θα πάω,
να βρω τον πόθο σου και τον πόθο μου,
να βρω τους πόθους μας.
Θα βάλω στα πόδια μου φτερά
μην τύχει και με προλάβουν πουλιά σιδερένια
και κλέψουν τα όνειρα – τα όνειρά μας.
Ό,τι έγινε με γιγαντώνει.
Αρπάζω στα χέρια μου τα χέρια σου,
Σε παίρνω στο σπίτι μου να λουφάξουμε
-για την ώρα.
Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 01:49

5. Προτροπή

Παιδιά αυτού του κόσμου.
Άνθρωποι απ΄ την λάσπη της γης.
Πάρτε όρκο.
Σας παρακαλώ.
Κι ύστερα κάντε πόλεμο.
Πάρτε πιρούνια.
Πάρτε μαχαίρια.
Αφήστε τα νύχια σας να μεγαλώσουν.
Τα δόντια σας νά ‘ναι κοφτερά.
Εμείς τίποτα δεν θά ‘χουμε, πάρεξ το κορμί μας
κι ένα κομμάτι ψωμί.
Εκείνοι θά ‘ναι αστακοί.
Αγκώνες ενώστε. Μασέλες σφίξτε.
Ο θάνατος είναι δικός μας.
Σύντροφοι, ο χρόνος περνάει.
Τα λόγια παγώνουν.
Απομένει η ορμή.
Κανείς δεν μας έστειλε.
Μας γέννησε αυτός εδώ ο τόπος.
Κι εδώ ψάχνουμε την αλήθεια.

Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 08:47

6. Θα ‘ρθώ

Για τ’ ότι θά ‘ρθω νά ‘στε σίγουροι.
Τα πόδια σας κάντε να φυτρώσουν στο χώμα.
Τα χέρια σας ν’ αδράξουν τον ουρανό.
Η ανάσα σας να κάψει το διάστημα.
Περιμένετε.
Θά ΄ρθω τυλιγμένος την ομίχλη του πρωινού.
Θά ΄ρθω με τα μάτια από τον αέρα κόκκινα.
Θά ‘ρθω με την αγκαλιά γεμάτη χιόνι.
Οι σταθμοί δεν θα με χωρούν.
Τα τραίνα δεν θα με προφταίνουν.
Χιλιάδες σφαίρες θα πετούν με τα’ όνομά μου.
Κι εγώ θα προχωρώ.
Στητός, ωραίος, περήφανος.
Περιμένετε.
Θά ‘χω στα χέρια μου ξεραμένο το αίμα των συντρόφων.
Θά ‘χω στην πλάτη μου γραμμένες όλες τους τις εντολές.
Θα τα ξυπνήσω όλα.
Τις νυχτερίδες στα υπόγεια,
τον μονιά στη φωλιά του,
τον νυχτοφύλακα στο παλιό υποθηκοφυλακείο.
Περιμένετε.
Θά ‘ρθω με βήματα μεγάλα.
Η μια μου πατούσα θά ‘ναι τεράστια.
Μεγάλη ίσαμε τον κάμπο των Σερρών.
Θα πατάω και θα λειώνω τα περασμένα.
Στους γνωστούς θα δείχνω την πραμάτεια μου.
Ζάχαρη απ’ την Αβάνα.
Χαλκό απ’ την Χιλή.
Καφέ απ’ την Βραζιλία.
Ρύζι απ’ το Βιετνάμ.
Και γυμνά κρανία απ’ την Αφρική.
Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 08:48

7.

Γλιστράω πάνω σε λάδια και σιρόπια.
Κι όπου αν δω, όπου αν σταθώ.
Δυο τρεις κηλίδες αίμα.
Κι έπειτα κάτι μικρούλια μάτια να με κοιτάζουν,
πίσω από πρέσες κι ατμολέβητες.
Κι έπειτα ένας φίλος κρεμασμένος οχτώ ώρες
μ’ ένα λουρί απ’ τα σίδερα της οροφής.
Προχωράω.
Γεια σας!
Νοέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 08:49

8. Χριστούγεννα ‘73

Πάλι τα φώτα τα πολύχρωμα.
Πάλι τα χνώτα σου να υψώνονται – δέηση στον ουρανό.
Πάλι το δέντρο στη πλατεία με λάμπες και γιρλάντες.
Πάλι η γυμνή γυναίκα στη διαφήμιση,
στην μάντρα απέναντί μας.
Όλα όπως πέρσι
κι όπως πρόπερσι.
Όλα όπως θά ‘ναι και του χρόνου.
Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:30

9. Πες

Πες, -τι μπορείς να πεις;-
για τον Χριστό που γέννησε και φέτο η Παναγιά.
Πες μου για το ωραίο του πρόσωπο,
για το ξανθό του γένι και τα γαλάζια μάτια.
Πες κι ύστερα μίλα μου
για έρωτα και για παιδιά.
Πες κι ύστερα μίλα μου
για λευτεριά.
Πες για την πήλινη κανάτα
που κύλησε απ΄ το ξύλινο τραπέζι
και βάφτηκε η αρβύλα τους
μες σε κρασί και αίμα.
Ψυχή μου, σήκω, φώναξε
μπροστά στα τανκς και τα όπλα τους:
εδώ γεννιέται ένας Χριστός ρε,
δεν είν’ εδώ τόπος για σας,
η γη εδώ δεν σας σηκώνει.
εδώ δεν είναι άιντε-άιντε.
Κι αυτά που ξέρατε απ’ αλλού,
εδώ δεν θα περάσουν.
Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:53

11.

Πάλι ξανάρθες
του Χριστού την γέννηση να τραγουδήσεις.
Πάλι ξανάρθες
κι οι χορδές της κιθάρας σου δεθήκαν στις χορδές της καρδιάς μας.
Πάλι ξανάρθες
κι έφερες πίσω την πίκρα αυτής της νύχτας.
Στα πόδια μας χτυπιέται
σφαγμένο ένα κίνημα.
Τα χέρια μας, σφιγμένες γροθιές
πίσω απ’ τα λάβαρα.
Τα στόματά μας ανοιχτά, όμικρον κεφαλαία
κι η ίδια νότα να πηδάει από μέσα.
Σα τη βελόνα του πικάπ που κόλλησε.
Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:57

10. Τραγούδι δούλων

Όμως μη νομίσετε αφεντάδες μου ποτέ,
πως θέλω τον οίκτο σας πού ‘μαι κουρελής,
πως θέλω τη συμπόνια σας
και τα όμορφα χαμόγελά σας.
Τον χρόνο καρτερώ
που οι πόρτες θα κρύβουν μαχαίρια
και τα κορδόνια απ’ τις κουρτίνες
θα γίνουν βρόγχοι.

Δεκέμβρης 1973
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 18:55

12.

Το χνώτο σου θάμπισε την πλάση.
Χειμώνας.
Τα δάχτυλά σου στο χώμα,
ζωγράφισαν ένα χέρι.
Η ψυχή σου στον λαιμό, τώρα στο στόμα.
Έχει μια γεύση στιφή αυτός ο πόνος.
Σφαίρες πετούν στο πλάι σου
μα σ’ αγκαλιάζουν λέξεις.
Οι αχτίνες του ήλιου σε χαϊδεύουν κρύες.
Χειμώνας.
Γενάρης 1974
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 21:50

13.

Πάλι εδώ πέρα είμαστε.
Εδώ στα τριάντα έξι.
Εδώ στα σαράντα έξι.
Εδώ στα εξήντα εφτά.
Και τώρα πάλι εδώ.
Με τη θάλασσα στα μαύρα σου ποδάρια.
Τον αέρα να ουρλιάζει στην τέντα της σκηνής.
Τα χέρια σου σίδερα.
Στις πλάτες τυλιγμένη η ψιλή κουβέρτα.
Εκείνος.
Ο αρχηγός, ο ηγέτης, ο σοφός
να σκαλίζει ξύλα με σουγιά.
Εκείνος.
Ο αγωνιστής, ο λαϊκός, ο μαχητής
στο πλάι του, να τον κοιτάει σαν παιδί.
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 21:51

14.

Δεν την φοβάσαι την πέτρα του νησιού.
Είναι σκληρή και κοφτερή
λουσμένη στ’ άσπρο αλάτι.
Δεν την φοβάσαι την βροχή
που συνεχίζει μέρες τώρα,
είναι γλυκιά από θεού.
Αυτοί οι τοίχοι ρήμαξαν και μπάζουνε αέρα.
Τ’ αρβύλια σου τρυπήσανε και μπάζουνε νερά.
Ξέρω πως κι η ψυχή σου απόκαμε.
Ξέρω η μοναξιά.
Και η φωνή σου αγρίεψε.
Και δυο ρυτίδες στόλισαν το μέτωπό σου.
Ξέρω ακόμη δυο διαμάντια στην άκρη των ματιών σου.
Ξέρω όμως πως ξέρεις να μας καρτεράς.
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 16/11/2014 – 21:52

15. Εργοστάσιο Ζάχαρης

Έτοιμο το φαΐ στο τραπέζι,
έτοιμες κι οι μπότες στη γωνιά,
το σακάκι στη ράχη της καρέκλας.
Πάλι πρωί. Η φάμπρικα.
Η ψηλή καμινάδα μ’ άσπρο καπνό.
Η φωνή της μηχανής και του σφυριού.
Οι αχτίνες του πρώτου ήλιου στην πλάτη μας.
Πάλι γερμένοι οι ώμοι σου.
Ο επιστάτης καθαρίζει τα νύχια του μ’ έναν σουγιά.
Η υγρασία του κάμπου στάζει στα σίδερα.
Χαμηλωμένα τα μάτια της εργάτριας.
Πάλι τα χέρια σου στις τσέπες.
Τα δάχτυλα να τρέμουν.
Οι καρδιές να τρέμουν.
Τα μάτια ν’ ανοιγοκλείνουν.
Βαρύς αέρας, γρήγορες ανάσες.
Κοφτές ματιές, απότομες κινήσεις.
Αιώνιο κουράγιο.
Αύριο θ’ απαντήσουμε στον Βλαδίμηρο.
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 17/11/2014 – 00:14

16.

Ξέρεις,
ποτέ δεν ήθελα να πάψω να γελώ,
ποτέ δεν ήθελα να κλαίω.
Δες όμως,
έτσι πού ‘ρθαν τα πράματα
κι η γη
εγύρισε τ’ απάνω κάτω
κι οι εργάτες
γύρισαν στις φάμπρικες ξανά,
οι στρατιώτες,
ξανά μες στους στρατώνες,
κι οι έμποροι
στα εμπορικά
κι οι πόρνες
στα μπουρδέλα.
Ε, πώς;
Ε, πώς θες να μην κλαίω;
Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 17/11/2014 – 00:15

17.

… τότε που όλος ο λαός θα κόψει και θα ράψει…

_________________________________________________________
επίλογος
Επειδή πολύ έγινε της μόδας η κριτική σε κάποιαν τάχα μου – δήθεν μου ‘γενιά’ του Πολυτεχνείου, φάντασμα στο μυαλό ανοήτων τροχονόμων, παθολογοανατόμων και ληξίαρχων της ιστορίας:
Οι μαλακίες των γενιών είναι για μπούληδες της επιστήμης και της τέχνης που δυσκολεύονται να μυρίσουν το χνώτο των ανθρώπων.
Εγώ δεν γνώρισα καμιά γενιά, γνώρισα ανθρώπους και καθίκια.
Δεν αλλάζω τίποτε!
Ούτε γραμμή, ούτε λέξη!
Δεν μετανιώνω για τίποτε!
Κι όποιος ‘μεταρρυθμίζει’ ή ‘αναθεωρεί’,
μπορεί και άνετα να πάει να γαμηθεί.

Φλεβάρης 1974
Ανάρτηση: 17/11/2014 – 00:18

40x365x2 (Meta-επίλογος)

μετά από 40 χρόνια, πέρυσι
τέτοια μέρα, έγραψα κι αυτό
Σαράντα χρόνια, σήμερα.
Δεν πέρασε νύχτα να μην τον δω.
Μέρα χωρίς να τον σκεφτώ.
Εκείνον τον ξανθό άγγελο, με τα γαλάζια μάτια.
Στον κερματοδέκτη πλάι στο παράθυρο του κυλικείου,
να προσπαθεί σπίτι του να τηλεφωνήσει.
Πάνε πιο πέρα, μου λέει, στο θάλαμο,
πάρε και πες τους ότι θα μείνω μέσα, σε παρακαλώ.
Κι όταν γυρίσεις πες μου.
Ούτε ο θάλαμος δούλευε, ούτε γονείς βρήκα.
Γύρισα όμως, κι έμεινα πλάι του ως τα χαράματα.
Όταν όλα τέλειωσαν,
κρύφτηκα σ’ ένα ντουλάπι κι έμεινα μέσα εκεί για πάντα.
Πώς αλλιώς θα δικαιώνονταν,
όσοι νοικοκυραίοι φίλοι μου μέχρι και σήμερα μου λένε:
“με τα μυαλά που κουβαλάς
θα πας σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.”
Αυτοί βέβαια άγγελο ζωντανό δεν είδαν.

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο facebook.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s