Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα

Η Λεμεσός του φόβου

Και τι να πεις
Τα φύλλα σφίγγονται στα κλαδιά
Να μην ακούσουν απ’ τη γη
πατημασιές θηρίων

ξένοι, σπείρες,
ημέρες μη λείες
τ’ αγέρι βλέπει λέξεις
να πετάγονται από πρησμένα χείλη
δυο ίσως ακόμα και τριών κακούργων στους εκατό
στην πόλη
που δεν ήταν εύκολο να κυκλώσουν οι αρχές
πιάσαν και κάψαν στα δέρματά τους ονόματα
παιδιών
πως είναι πατεράδες
φαμελιές, σου λένε
-πάρε καλέ κυρία-
κι εσύ τους πιστεύεις
αν θέλεις έλα σ’ ένα λεπτό
θ’ αγοράσω τις γλάστρες σου
με τ’ αγιόκλημα που μου μοσχοπουλάς…
κι εσύ τους φιιλεύεις χαμόγελο όταν αυτοί
έχουν εκείνη τη στιγμή
αποφασίσει να σου παρουν τα ακριβά κάδρα
του τοίχου σου
όταν γυρεύεις το πορτοφόλι σου
στα στέκια που το βάζεις
και πιο πολύ ακόμα στα χαμόγελα της μακάριας
καλοσύνης σου
σημαδεμένα με το μάτι
τώρα πια, άσε
σου τ’ άδειασαν τα τείχη των τοίχων σου
και των τυχών σου την αφέλεια
σου αφήσαν να έχεις
μα εσύ δεν ακούς, χαμόγελο εσύ…
πάντα αυτό μένει
χαμογέλα λοιπόν παλλιάτσε

riri pagliacci

***

Έλα Κούρη

Σαν γιος της μάνας γης
Στον ασβεστολιθικό μου ύπνο
Στην ξενιτιά οι γιοί μου ανθρώπεψαν
Κι εσύ μικρός ακόμα…
Στέρεψες δάκρυ
Στο καρτέρι
Στην Παμφυλία οι φίλοι σου
Όλοι γέμισαν
Νερό που άποτο
Μένει απότολμο
Και οι βηματιστές
Στο φράγμα της αποθήκης σου κούρσεψαν τις μέρες
Κούρη ποτιστή των ημερών
Κούρη αδέσποτα όμορφε, Κούρη
Κεραστή του Οίνου του απόδειπνου
Στρόφιγγα της αυγής και θεριστή ονείρων
Κούρη μου παλλικάρη
Που περιμένεις
Να γηροκομίσεις τα νιάτα της σκέψης
Τα ρείτρα εξαγοράς τα έριξες στο βυθό των αιώνων
Με το φράκο σου πάντα ατσαλάκωτο
Χωρίς τσακίσματα χωρίς μακκώματα
Ολόισια η πλάτη σου στη γη
Αφεντεύει το κάθε που σ’ αγγίζει
Που σ’ άγγιξε

***

Τρέχει ο χρόνος

Προφταίνω;
Πού πας;
Εκείνος θα πει ακολούθα
Τα θέλγητρα που απλώνονται
Στην άσφαλτο, στο θόρυβο
Ξαναρωτώ, μου λέει ακολούθα
Μα μια μέρα δεν άντεξα,
τον πέρασα τον ξεπέρασα
τoυ είπα ακολούθα
Και μ’ ακολούθησε
Πιστά και ταπεινά
Μα με ακολούθησε…

Σιωπή ιχθύος
Τη νύχτα από τη γυάλα
Με τα δυο χρυσόψαρα
Ακούστηκε η σιωπή ιχθύος
Ήταν εκκωφαντική, αλλοτινή, τρωκτική
Όταν όλα τα πίστευα
με βαρελίσια ηχώ που ανέβαινε στην επιφάνεια
μέσα από φυσαλλίδες
που άφηναν τα ερωτικά φιλιά τους
στο νερό
Η ερωτική μου μετανάστευση δεν θα
Ολοκληρωνόταν ποτέ
Αν δεν αντίκρυζα το σπάσιμο της σιωπής
Να επαναστατεί με κυνηγητό σε γυάλα απύθμενη
Στο ασημί το χρώμα του δρόμου
Που έριχνε τσαμπιά τους λαμπτήρες
όταν όλοι κοιμόνταν στην αγρύπνια μου μέσα

*Από τη συλλογή “Που καρκιάς” (Από την καρδιά) – Ποιήματα για τη γη μου”.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s