Γιάζρα, Σπίτι μου, σπιτάκι μου

Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Σρεμπρένιτσα’
ζυγίζει τόνους σίδερο η μνήμη,
είναι γαλβανισμένη η μνήμη, δεν οξειδώνεται,
πολώνει η μνήμη, ξεχωρίζει τους ανθρώπους:
από δω ο αντάρτης, από κει ο ταγματασφαλίτης,
από δω η μάνα, από κει ο δολοφόνος,
από δω ο εργάτης, από κει τ’ αφεντικό,
από δω εκείνος που λησμονεί,
από κει εκείνος που βομβαρδίζει.
Έτσι έπεσε η Σρεμπρένιτσα, πολιορκημένη και ξυπόλυτη’
έπεσε γιατί τη λησμονήσαμε οπισθοχωρώντας,
έπεσε γιατί δεν μπορέσαμε να βαστήξουμε τη μνήμη της,
ήμασταν άοπλοι απ’ τα χέρια ως το κεφάλι’
κι έχει η λησμονιά τα ματωμένα γόνατα της ταξικής μας ήττας,
γιατί πριν απ’ τη Σρεμπρένιτσα είχαμε πέσει εμείς,
δίχως πολιορκία, δίχως κανόνια, δίχως πόλεμο.

Έτσι έπεσε η Σρεμπρένιτσα’
είδα την Ελλάδα να βγάζει τα φρύδια της
λίγο πριν οργανώσει τα τάγματα εφόδου,
λίγο πριν ανέβει στη σκηνή’
τα πλήθη στην πλατεία
χειροκροτούσαν δολοφονίες μεταναστών,
βιασμούς μουσουλμάνων γυναικών,
τη νίκη του πολιτισμού,
τον θρίαμβο της δημοκρατίας,
το πρωτοκοσμικό στριπτίζ.
Είδα παιδιά να πετάνε πέτρες σε τεθωρακισμένα,
λιπόσαρκα, αμείλικτα,
παιδιά να παίζουνε κρυφτό στα χαλάσματα.
Στρατιώτες με τη γαλανόλευκη στο μπράτσο τα σημάδευαν’
«όχι, όχι τα παιδιά», φώναξα,
«τα παιδιά δεν είναι το μέλλον, είναι το παρελθόν όλων μας».
«Τα παιδιά έχουν μολυνθεί απ’ τον χρόνο», μου απάντησαν,
«είναι αργά πια γι’ αυτά».
Ελλάδα, σε βύζαξα αλλά εσύ ποτέ δε μ’ αγάπησες
(όπως τα ναζί παιδιά σου).
Γι’ αυτό λέγε με ξένο’
μ’ έχει ευλογήσει ο Χριστός αυτοπροσώπως,
με μισούνε σαν κι αυτόν, τον καθολικό ξένο.
Ναι, μιλάω σοβαρά, είμαι αυτός ο ξένος,
ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος για τον καπιταλισμό,
είμαι το μαύρο χρώμα της δουλείας,
κατοικώ σε κάθε στιγμή της ιστορίας.
Με πουλάνε στα φαρμακεία σε χάπια,
με τα χέρια μου έχω ξεγεννήσει κάθε πολιτισμό’
μα πού βρίσκομαι εγώ σ’ αυτή τη μεταφορά;
Κοροϊδεύω τη μισθωτή εργασία, τη φτύνω όταν γυρνάει την πλάτη,
της κλέβω τα αντίντας της, γιατί δεν είμαι κάποιος τυχαίος,
δεν είμαι σαν κι αυτή’ είμαι πριν από αυτή.
Μα πού είναι οι σύντροφοί μου;
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν απ’ το βάρος της μνήμης,
οι σύντροφοί μου δολοφονούνται σε ορυχεία,
οι σύντροφοί μου θάβονται σε ομαδικούς τάφους,
οι σύντροφοί μου βασανίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,
οι σύντροφοί μου πεθαίνουν εξαιτίας του χρόνου.
Ελλάδα, Ελλάδα, μπάσταρδοι, έχω ξοφλήσει πια με σας, μπάσταρδοι!
Πυροβολισμός,
πυροβολισμός,
πυροβολισμός.

*Από τη συλλογή “Γκρόζνι”, εκδ. υποκείμενο 2016.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s