Ανίλ Μίσρα, Ποιήματα

Στη δίνη των αναμνήσεων

Μνήμες…
απόγευμα φτιαγμένο από το κέλυφός τους
και το πρόσωπό σου
μακριά στον ορίζοντα αχνοφαίνεται—
μαραίνεται χωρίς ικμάδα στο σκοτάδι
κι εσύ δεν βρίσκεσαι κοντά—
αναγνωρίζω ξανά την ανάσα που αναζητώ,
σημάδι πως υπάρχεις.

μια στάλα κάπου πέφτει
και γύρω μου ένα άγγιγμα απαλό—
λίγος καπνός εδώ κι εκεί
με βρίσκει σ’ αυτή την ερημιά,
στον λαιμό ένας κόμπος κατεβαίνει
και σκαλώνει γεμάτος χολή…
τέτοια πένα δεν γράφει στο χαρτί—
στη δίνη των αναμνήσεών σου
η μικρή μου σμαραγδένια καρδιά
θυμάται ξανά και ξανά και ξανά…

***

Ανάμεσά μας

Η νύχτα βαθιά μες στις κλειδώσεις
παίζοντας με το σώμα μου
αγγίζοντας κάθε μου πόρο
με τα μεταξένια της βλέφαρα…

Σήκω αγαπημένε! σήκω!
Το στήθος μου μολύβι
και ο ήχος του κούκου στα κλαδιά
πέρα στο πυκνό δάσος
χιλιάδες ρίγη σηκώνει εντός μου

Άλυτο μυστήριο αυτό το τρέμουλο
και η νύχτα πυκνώνει
παρασύροντας τις όχθες…
μόνο πικράδα γεύτηκα
κι ούτε μια σταγόνα μέλι

Τώρα που ο ήλιος αποσύρθηκε
κι ο ουρανός τόσο αδειανός
με αμέτρητα αστέρια
το στερέωμα πώς να γεμίσουν
τώρα μου μοιάζει ένα βουνό
τραχύ να υψώνεται ανάμεσά μας

Χαρταετοί
Πολύχρωμοι χαρταετοί
υψώνονται
στον μπλε φθινοπωρινό ουρανό…
κάποιοι γράφουν Ομπόμα
και κάποιοι Μαντίμπα

Κείτονται στις ταράτσες
λουσμένοι στη σκόνη
ή κρέμονται σαν ρούχα απλωμένα
από τα τεντωμένα σύρματα
κι άλλοι λιγότερο τυχεροί
που δεν είδαν τη γη από ψηλά.

Ο ουρανός της πόλης γεμάτος χρώματα,
κίνηση, ρυθμούς και ήχους…
κάποιοι σιωπηλά
στον ουρανό ψηλά
τη γη απωθώντας
όπως οι μαθήτριες πιασμένες
χέρι-χέρι
με κίτρινες και κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά

Ένας χαρταετός παίρνει ύψος
και φόρα ορμητική
σ’ άλλονπανω βουτά
και γκρεμίζει κάθε ελπίδα

Πίσω από κάθε πτήση
μια άλλη μεοα στα μάτια κρύβεται
ένα κίνημα ανυπακοής
ενάντια στη βαρύτητα της γης
Εμείς άλλου το φταίξιμο ρίχνουμε
μόνοι μας αν απομείνουμε…
Μήπως ολοι μας δεν πεταξαμε;
Στ’ αλήθεια μόνο οι βάρβαροι
μας κόβουν τον λαιμό
σβήνοντας το όνειρο

***

Λιοντάρια του Τσίρκου

Λιοντάρια του Τσίρκου
Στην επίσκεψή μας στο τσίρκο
τα παιδιά μου ολόχαρα
είδαν τα λιοντάρια

Ο βρυχηθμός τους που κάνει
κάθε φύλλο του δάσους να τρέμει
υποδεχόταν τους θεατές
από την πόλη
κι αυτά στα πίσω τους πόδια
σχιζόταν ο αέρας
ανάμεσα στη μακριά βέργα
του ανθρώπου στο ρινγκ
και στα μάτια του ζώου
δείχνοντας όλα του τα κόλπα
με νάζι

Μαγεμένος στον ήχο του ζώου
διάπλατα το στόμα του ανοίγοντας
καθισμένο σε μια γωνιά
σιωπηλά σαν άγιος σαντού
μια σπηλιά άρχισε να λάμπει
στα ατίθασά του μάτια…
Καμία λόχμη κοντά
ούτε καν ελάφι για θήραμα
τον λαιμό του να γραπώσει
ανάμεσα στα ατσαλένια του σαγόνια

Αυτή είναι η επικράτεια του ανθρώπου, αγαπητέ!
Το τσίρκο τελείωσε
πύκνωσε το σκοτάδι της ζούγκλας
τα παιδιά βυθισμένα στον υπνο
κι ο θηριοδαμαστής ίσως
να χάιδεψε κι αυτός
την πλάτη των ζώων

Αλήθεια προς τι τόσος φόβος
στη θέα της βέργας
όταν το λιοντάρι αφαιρεί ζωές
σε δευτερόλεπτα

Πιθανώς
το πιο ατρόμητο ζωο της ζούγκλας
θα ενέδιδε στη φοβέρα του

Σαφές συμπέρασμα:
πολλά δεν γράφτηκαν
στα βιβλία της Ιστορίας

***

Δίχως έντομα και νυχτοπεταλούδες

Σχην ανία του χωριού μου
καθόμουν με τις ώρες
κοιτάζοντας τις πατούσες μου
έχοντας γραμμές όχι της μοίρας
ή μακρινών ταξιδιών
αλλά σημάδια από σκασμένα πόδια

Δάκρυα γέμιζαντα ματια μου
όταν κάποιο αγκάθι με τρυπούσε
κι αγαπημένα ματια ερωτευμένα
με αυτά τα πονεμένα πόδια

Το καθήκον τους ποτέ δεν απέφυγαν
στο μέλλον να με πάνε
σε λόφους, ποτάμια, δάση πυκνά
στο καθήκον πάντα εκεί

Δικό μου το σωμα
κάθε μέλος του
δικό μου το κεφάλι και τα πόδια
ακόμη και τα νύχια
κανένα δεν ξεχώριζα
ποτέ δεν καταλάβαινα την καταπίεση
από ανθρώπους καμωμένη,
όχι όπως το σίδηρο που γίνεται χρυσός κι ασήμι
και ο τσίγκος γίνεται ατσάλι,
συχνά τα αριστερά μας μέλη
είναι πιο δυνατά

Και να στη δεδομένη στιγμή
λόγια σαν κι αυτά
από αγαπημένα πρόσωπα
πέφτουν στα αυτιά μου σαν οξύ

‘Το γάλα το παίρνουν τα μικρά κι οι νέοι
μα οι μεγάλοι την υπομονή’

Κι η πολιτική κομμάτι
της καθημερινότητάς μας—
το πνεύμα αρέσκεται ν’ αφήνει
δουλειές για τους άλλους,
τον κουρέα, τον μπαλωματή, τον οδοκαθαριστή
που αγόγγυστα τις κάνουν

Μόνο με λιοντάρια, ελέφαντες και καμηλοπαρδάλεις
καμία ζούγκλα δεν λειτουργεί
δίχως τα έντομα και τις νυχτοπεταλούδες

*Ο ποιητής και δοκιμιογράφος Ανίλ Μίσρα γεννήθηκε στις 25 Δεκέμβρη 1967 στο Σουλταναπούρ της επαρχίας Ουτάρ Πραντές της Ινδίας. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αλαχαμπάντ. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ταμίλ, τέλογκου, αγγλικά, ορίγια και μερικές άλλες ινδικές γλώσσες. Για το λογοτεχνικό του έργο έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία.
**Επιλογή, μετάφραση: Ευφροσύνη Βυζοβίτου.
***Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, στο τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2017.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s