Füruğ Ferruhzad, Άλλη γέννηση

Όλη μου η ζωή είναι ένας σκοτεινός στίχος
Που σε παίρνει διαιωνίζοντας
Ώς την αυγή της αιωνίας άνθησης κι ανάπτυξης
Σ’ αυτό το στίχο σε αναστέναξα, Αχ!
Σ’ αυτό το στίχο σε μπόλιασα στο δένδρο, στο νερό και στη φωτιά.

Η ζωή ίσως είναι
Ένας μακρύς δρόμος που κάθε μέρα περνά μια γυναίκα μ’ ένα ζεμπίλι.
Η ζωή ίσως είναι
Ένα σκοινί που το δένει στο λαιμό του ένας άνδρας για να κρεμαστεί από ένα δένδρο.
Η ζωή ίσως είναι ένα παιδί που επιστρέφει απ’ το σχολείο.

Η ζωή ίσως είναι
Άναμμα ενός τσιγάρου στη ναρκωμένη και χαλαρή διάσταση ανάμεσα σε δύο συνουσίες.

Ή, το χαμένο βλέμμα ενός διαβάτη που μ’ ένα ανόητο χαμόγελο, βγάζοντας το καπέλο του, λέει σ’ έναν άλλο διαβάτη “Καλημέρα σας”.

Η ζωή ίσως είναι
Αυτή η κλειδωμένη στιγμή που το βλέμμα μου αυτοκαταστρέφεται στις κόρες των ματιών σου.
(Και σε αυτό διακρίνεται η αίσθηση που εγώ τη συγχωνεύω με την νόηση του φεγγαριού και την αντίληψη του σκότους).

Σε μία κάμαρα, όσο είναι η μοναξιά
Η καρδιά μου, που είναι όσο η αγάπη,
Κοιτά τις απλές δικαιολογίες της ευτυχίας της
Στην όμορφη αποσύνθεση των λουλουδιών στην γλάστρα, στο δενδρύλλιο που φύτεψες στην αυλή μας, και στα τραγούδια των καναρινιών, που τραγουδάνε όσο είναι το παράθυρο.

Αχ,
Τόσο είναι το μερίδιό μου
Τόσο είναι το μερίδιό μου
Το μερίδιό μου
Είναι ο ουρανός που κρύβεται με το κρέμασμα μιας κουρτίνας.

Το μερίδιό μου
Είναι το κατέβασμα από παρατημένες σκάλες, και μεταμόρφωση σε κάτι σάπιο και ξένο.

Το μερίδιό μου
Είναι μια θλιβερή βόλτα στον κήπο των αναμνήσεων, και στο ξεψύχισμα στη θλίψη μιας φωνής που μου λέει
“Αγαπώ τα χέρια σου”

Φυτεύω τα χέρια μου στον κήπο,
Θα φυτρώσω, το ξέρω, το ξέρω, το ξέρω,
Και τα χελιδόνια στο βαθούλωμα των μελανιασμένων δάχτυλων μου
Θα γεννήσουν τα αυγά τους.

Κρεμάω στα δύο μου τα αφτιά δυο δίδυμα κεράσια
Και τα νύχια μου τα επιστρώνω με πέταλα από ντάλια

Εκεί υπάρχει ένα σοκάκι,
Τα αγόρια που με είχαν ερωτευτεί, ακόμα,
Με τα ίδια ανακατωμένα μαλλιά, λεπτούς λαιμούς και αδύνατα πόδια,
Σκέπτονται το αθώο χαμόγελο του κοριτσιού που, ένα βράδυ, την πήρε ο άνεμος.

Υπάρχει ένας δρομάκος που η καρδιά μου έχει κλέψει από τις παιδικές μου γειτονιές.

(Ταξίδι του όγκου στην γραμμή του χρόνου
Κυοφορία της γραμμής του χρόνου από τον όγκο.
Όγκος από μια συνειδητή εικόνα
Που επιστρέφει από τη γιορτή κάποιου καθρέπτη).

Και έτσι είναι που, κάποιος πεθαίνει, και
Κάποιος παραμένει

Κανένας ψαράς δε θα ψαρέψει μαργαριτάρια σε φτωχό ρυάκι που καταλήγει σε χαβούζα.

Εγώ
Γνωρίζω μία μικρή θλιμμένη νεράιδα
Που ζει στο ωκεανό
Που παίζει τη μελωδία της ψυχής της με μία φλογέρα.
Παίζει, μαλακά, μαλακά
Μικρή θλιμμένη νεράιδα
Που πεθαίνει το βράδυ με ένα φιλί
Και στη χαραυγή θα ξαναγεννηθεί με ένα φιλί .

*Η Φορούγ, μια λέφτερη, αδέσμευτη κι αισθαντική φωνή απ’ την Τεχεράνη της δεκαετίας του 1960. Μετάφραση απ’ τα φαρσί: Καμάλ Ν. Ραχιμί.
**Από τη σελίδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο Facebook.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s