Βαγγέλης Κούταλης, προστατευόμενο είδος

στην Πανσέληνο που τώρα με βυθίζει
μαζί της στο νερό

Κάθε τόσο, μια ριπή ακούγεται στα βάθη της καρδιάς μου
Δεν διακόπτει τη ροή του αίματος
Ούτε το ρυθμό της διαστολής
Ούτε το ρυθμό της συστολής
Δεν διακόπτει τίποτα

Η ζωή, όπως λένε, συνεχίζεται
Ο χρόνος που της αναλογεί
Είναι, όπως επίσης λένε, αναντίστρεπτος
Βέλος που καρφώνεται στο στόχο του
Αλλά, παρόλα αυτά, δεν βγαίνει, αν το τραβήξεις, ούτε σπάει:
Μια παρατεινόμενη κι επιδεινούμενη αλλεργική καταρροή

Κάποτε τα μάτια μου ήταν αιχμηρά
Και μπορούσα να κρατηθώ από την άκρη του γκρεμού
Σφίγγοντας στο βλέμμα μου την πέτρα
Χωρίς να χάνω το μέτρημα
Χωρίς να διστάζω να μετρήσω τις απώλειες
Ή να αφήσω τους νεκρούς
Να θάψουν τους νεκρούς τους
Κλίμακες πτυσσόμενες,
Περιστρεφόμενες,
Ελικοειδείς,
Κυλιόμενες στο πιο πυκνό σκοτάδι
Ο ίλιγγος των προσπεράσεων
Από την ατέλειωτη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης
Από την ατέλειωτα πυκνή λωρίδα του απροσπέλαστου δικού μου
σκοταδιού
Καθώς έτεινα να πιάσω το χέρι που μου έδινε,
Συσπώμενη επιδέξια, η εικόνα στον καθρέφτη

Και ύστερα, διαπίστωσα ότι είχα παραβλέψει την κλεψύδρα:

‘Tis common indeed to say,
We feel such a Blow, or we feel such a Wound,
But this must not be allow’d but in a popular Latitude;
For to speak strictly and Philosophically,
’tis not the Blow that we feel,
But Pain (1)

Ερχόμουν να σε βρω και επαναλαμβάνα το ίδιο αυτοσχέδιο κουπλέ
Που είχα σκαρώσει όταν, κάποιους αιώνες ίσως πριν,
Άφησα την Κλυταιμνήστρα
Ή την Κλάριμοντ
Πίσω μου να αιμορραγεί
Και έκλαιγα ασταμάτητα
Γιατί το ήξερα ότι εκείνη ήταν πίσω
Κι ότι εκείνη, επίσης, ήταν που αιμορραγούσε
Αλλά ερχόμουν να σε βρω
Διανύοντας, με μια πρωτόγνωρη αμηχανία, την απόσταση που χωρίζει
Την πλευρική αποβάθρα του σταθμού
Από το δάπεδο της προσωρινά σταματημένης αμαξοστοιχίας
Ερχόμουν να σε βρω
Και τραγουδούσα κάτι που, ακόμα και τότε, μου φαινόταν ακατάληπτο:

Primus amoris huius effectus,
Est indissolubilis,
Animorum vestrorum nexus.
Fiaec autem unio non tarn de corpore,
Quam de animo, affectu,
& amore intelligenda est (2)

Και είχα ήδη αρχίσει να αντιλαμβάνομαι
Ότι δεν πρόκειται για πλήγμα ή πληγή
Αλλά, «ακριβολογώντας και φιλοσοφικά μιλώντας»,
(όπως το αντέγραψα προ ολίγου)
Για πόνο
Βαθύ, ανεξοικείωτο, σιωπηλό, ανελέητο πόνο
Κι ως εκ τούτου, ήμουν βέβαιος
Πως αυτή τη φορά θα σε προλάβω
Πως θα γαντζωθώ από τους δείκτες
Ορμώντας στην προτεταμένη κάννη, στο λευκό τροχό του Χρόνου
Πως θα φτάσω την κατάλληλη, την ύστατη, και γι’ αυτό κατάλληλη,
στιγμή
Πριν να σταματήσει εντελώς η αιμορραγία

Θυμαμαι πως όταν, κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής μου
Έμαθα να περπατάω
Προσπάθησα να διαπεράσω
Πέφτωντας από ψηλά με την πλάτη
Το κρύσταλλο του μικρού τραπεζιού στο σαλόνι
Σηκώθηκα χωρίς την παραμικρή αμυχή
Αλλά δεν ζεπέρασα ποτέ τον πόνο της πρόσκρουσης
Σε αυτήν την παγωμένη θάλασσα που τέσσερα ξύλινα πόδια συγκροτούσαν
Σε αυτόν τον καταμετρημένο, στεγνωμένο ωκεανό με τις σκιές να αποδημουν
Κάθε φορά που ο ήλιος βυθιζόταν αύτανδρος,
Καταπώς πραγματι όφειλε ανά τακτά διαστήματα να κάνει,
Στο, άλλοτε υδάτινο, καθρεφτισμά του

Τότε η ακεραιότητα του σώματός μου
Μπορούσε να διαφυλαχθεί από την τύχη
Τώρα προστατεύω όλο το αίμα που έχω χάσει
Κρατώντας το ζεστό,
Μέσα σε ερμητικά σφραγισμένες φιάλες
Κλειδωμένες στο συρταρωτό μου όστρακο

Εκεί όπου το βάθος
Σχηματίζεται απ’ τις ριπές

1.John Norris, Practical Discourses upon Several Divine Subjects, Vol. III, London, printed for S. Manship, 1693, p.43.

2. Fransiscus Salesius, Introduction ad Vitam Devotam, Lovanii: types Hieronumii Nempaei, 1668, p, 390.

*Από τη συλλογή “αχυρένιος σκύλος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς 2010.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s