Δημήτρης Τσαλουμάς (1921-2016) Καταξιωμένος (στην Αυστραλία), πλην άγνωστος (στην Ελλάδα)

ΔΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Φέτος το Φλεβάρη έκλεισαν δύο χρόνια από τον θάνατο του πολυβραβευμένου Ελληνοαυστραλού ποιητή Δημήτρη Τσαλουμά, ο οποίος απεβίωσε στις 4-2-2016 σε ηλικία 94 ετών. Ο Τσαλουμάς υπήρξε αναμφίβολα ένας καταξιωμένος (στην Αυστραλία), πλην άγνωστος (στην Ελλάδα) ποιητής. Το παρακάτω κείμενο καταχωρείται ως ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη του, ευελπιστώντας, παράλληλα, να φωτίσει κάποιες πτυχές του ανωτέρω οξύμωρου φαινομένου.

Η στάση της ελλαδικής κριτικής απέναντι στον Τσαλουμά: Το πιο παράδοξο στην περίπτωση Τσαλουμά είναι το γεγονός ότι μολονότι έγραψε και εξέδωσε το πρώτο μισό περίπου της ποιητικής του παραγωγής στα ελληνικά, η ελλαδική κριτική (με εξαίρεση ελάχιστων κριτικών όπως π.χ. τους Μ. Γ. Μερακλή, Τηλέμαχο Αλαβέρα, Π. Παρασό και κάποιους άλλους) ουσιαστικά τον αγνόησε παντελώς – από την αρχή έως το τέλος της ποιητικής του σταδιοδρομίας. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο Τσαλουμάς να παραμείνει σχεδόν άγνωστος στο ελλαδικό αναγνωστικό κοινό. Στο εύλογο ερώτημα γιατί το ελλαδικό λογοτεχνικό κατεστημένο αδιαφόρησε τόσο επίμονα και ανεξήγητα απέναντί του – ακόμη κι όταν αυτός έδρεψε δάφνες στον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο – δεν υπάρχουν σίγουρες απαντήσεις· μόνο εικασίες. Διατυπώνω εδώ τις ευλογοφανέστερες:

Δύο κρίσιμοι παράγοντες, αυτός της γεωγραφικής απόστασης αλλά και της ιδιοσυγκρασίας του Τσαλουμά, θεωρώ ότι στάθηκαν τροχοπέδη στην προβολή και διάδοση του έργου του στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο ποιητής καταγόταν από ένα ακριτικό νησάκι των Δωδεκανήσων (τη Λέρο) και δεν είχε καθόλου σχέσεις με την ελληνική πρωτεύουσα (υπενθυμίζω ότι η πρώτη του ποιητική συλλογή Επιστολή στον ταξιδεμένο φίλο τυπώθηκε, ως αυτοέκδοση, στη Ρόδο το 1949) υπήρξε αναμφίβολα ανασχετικός παράγοντας. Η κατάσταση αυτή όμως (της γεωγραφικής απόστασης) επιδεινώνεται όταν ο ποιητής αναγκάζεται, για πολιτικούς και βιοποριστικούς λόγους, να μεταναστεύσει στη μακρινή Αυστραλία το 1952. Αυτό σημαίνει ότι την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία παράγει το corpus του ποιητικού του έργου στα ελληνικά (1974-1982) ο ποιητής, πρώτον, δεν έχει καμία ευχέρεια πρόσβασης στο ελληνικό κέντρο – καθώς τα ταξίδια την εποχή αυτή είναι σχεδόν απαγορευτικά. Δεύτερον, οι τηλεπικοινωνίες, ήταν από σχεδόν ανύπαρκτες έως προβληματικές. Αποτέλεσμα αυτού είναι να παραμένει ο ίδιος αποκομμένος από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τύχη του ποιητικού του έργου. Αν τώρα σε όλα αυτά προσθέσουμε και τις ιδιορρυθμίες του ποιητή (την εσωστρέφεια, τον μονήρη χαρακτήρα του, την απέχθειά του για γνωριμίες, κοινωνικές και δημόσιες σχέσεις, κτλ) τότε η όλη κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο προβληματική αναφορικά με την προβολή και διάδοση του έργου του.

Ένας άλλος σοβαρός παράγοντας (γιατί το έργο του Τσαλουμά παραμένει σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα) σχετίζεται άμεσα με την καθαυτή λογοτεχνική του αξία. Μολονότι όμως πρόκειται, ίσως, για την πιο καθοριστική παράμετρο αυτής της υπόθεσης, είναι ένα ζήτημα το οποίο διόλου δεν έχει θιγεί δημόσια, αλλά, απ’ όσο γνωρίζω, μόνο ιδιωτικά σε στενούς λογοτεχνικούς κύκλους. Θέλω να πω ότι ορισμένοι ελλαδίτες ποιητές και κριτικοί που γνωρίζουν καλά την ποίηση του Τσαλουμά, θεωρούν ότι το ποιητικό έργο του τελευταίου είναι, σε γενικές γραμμές, μέτριο. Αυτός είναι και ο λόγος – υποστηρίζουν – που ούτε έγινε ιδιαίτερα γνωστό ούτε και αναγνωρίστηκε ποτέ στην Ελλάδα. Αυτό όσον αφορά το λογοτεχνικό συνάφι των Αθηνών. Στη Θεσσαλονίκη οι ειδήμονες είναι πιο συγκρατημένοι και λιγότερο εκδηλωτικοί – αν και αυτοί διατηρούν επιφυλάξεις. Απλώς δεν εκφράζονται τόσο ανοιχτά όσο στην Αθήνα. Αυτή η στάση, προφανώς, εξηγείται από το γεγονός ότι ο Τσαλουμάς είχε μεγαλύτερη διασυνδέσεις με λογοτεχνικούς κύκλους της συμπρωτεύουσας (όπως λ.χ. με αυτόν του Τηλέμαχου Αλαβέρα), ενώ με την πρωτεύουσα οι σχέσεις του ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Αυτές τις εντυπώσεις έχω αποκομίσει, συζητώντας κατά καιρούς με διάφορους λογοτεχνικούς κύκλους της Ελλάδας. Ωστόσο, αυτή η αρνητική στάση των τελευταίων οφείλει να προβληματίσει κάποτε σοβαρά τους μελετητές του εν λόγω ποιητή. Για το αν δηλαδή υπάρχει κάποια αλήθεια στην προβαλλόμενη επιχειρηματολογία τους (περί «μετριότητας») ή πρόκειται για καθαρά μεροληπτική στάση.

Το θαύμα της αναγνώρισης: Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Τσαλουμάς διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής του. Και συνειδητοποιεί πλέον ότι οι προοπτικές να προσεχθεί – πολύ δε περισσότερο να αναγνωρισθεί το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα – είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Όσο για τα ιδιωτικά του εγχειρήματα να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές του στη Μελβούρνη ιδίοις αναλώμασιν, αυτά μπορούν να ερμηνευθούν και ως πράξεις απόγνωσης, καθώς δεν περιμένει τίποτα πλέον από την γενέτειρα. Αλλά και από την, κατά τα άλλα, «μεγάλη και δυναμική ομογένεια της Αυστραλίας» (και ιδιαίτερα της Μελβούρνης όπου ζει κι εργάζεται) ελάχιστα μπορεί να περιμένει. Διότι το πνευματικό επίπεδο των Ελλήνων μεταναστών είναι απελπιστικά χαμηλό και, συνεπώς, ελάχιστοι ενδιαφέρονται για ποίηση. Έτσι, τα εν Μελβούρνη εκδιδόμενα βιβλία του τυπώνονται σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Ορισμένα μάλιστα με την χαρακτηριστική ένδειξη «εκτός εμπορίου», και διακινούνται κυρίως χέρι με χέρι ανάμεσα σε κάποιους κύκλους διανοουμένων της παροικίας. Περιττό να τονίσω εδώ πως το γεγονός ότι ο Τσαλουμάς παραμένει πάντα αποκομμένος από κάθε ενεργό συμμετοχή στη ζωή της παροικίας, δεν βοηθά ιδιαίτερα την προβληματική διακίνηση των βιβλίων του. Έπειτα, την εποχή εκείνη (δεκαετία του ’70) ο Τσαλουμάς, εκτός από ένα μικρό κύκλο διανοουμένων, είναι ελάχιστα γνωστός στον ευρύτερο παροικιακό χώρο. Όσο για τον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, αφού ο ποιητής γράφει και δημοσιεύει μόνο στην ελληνική γλώσσα. Που σημαίνει ότι κι εκεί παραμένει παντελώς άγνωστος.

Ενώ όμως η κατάσταση για τον γηραιό πλέον Ελληνοαυστραλό ποιητή φαίνεται από κάθε άποψη ζοφερή (καθώς είναι πια 62 ετών, έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί ως εκπαιδευτικός, και όλες οι πόρτες του είναι ερμητικά κλειστές) ξαφνικά γίνεται εν έτει 1983 ένα μεγάλο θαύμα που κανείς (πολύ περισσότερο ο ίδιος) δεν περιμένει: Η μεταφρασμένη στα αγγλικά από τον Philip Grundy ποιητική συλλογή του The Observatory (Το Παρατηρητήριο – που κυκλοφορεί από τον έγκυρο πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο Queensland University Press) κερδίζει το μεγάλο κι επίζηλο αυστραλιανό λογοτεχνικό βραβείο Australia Book Council Award, ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς. Η ανακοίνωση αυτής της βράβευσης, που έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, αποτέλεσε ένα αληθινά ιστορικό γεγονός για τον αυστραλιανό λογοτεχνικό χώρο, για τους εξής λόγους: Πρώτον, διότι το μεγάλο αυτό βραβείο απέσπασε, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, ένας άγνωστος, μη αγγλόφων μετανάστης ποιητής, ο οποίος δεν έγραφε στα αγγλικά αλλά στη μητρική του γλώσσα. Δεύτερον, διότι το βραβευμένο βιβλίο κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά και αγγλικά) από έναν έγκυρο πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο – κάτι πρωτοφανές στα αυστραλιανά εκδοτικά και λογοτεχνικά ειωθότα, αφού έσπαγε πολιτισμικές πρακτικές και ρατσιστικά ταμπού δεκαετιών. Τρίτον, διότι το βιβλίο δεν ήταν αγγλόγλωσσο, αλλά μετάφραση από τα ελληνικά. Τέταρτον, διότι το βιβλίο, από άποψη περιεχομένου, δεν ήταν πρωτότυπο (καινούργιο) αλλά παλαιό. Δηλαδή μια επιλογή παλαιότερων ποιημάτων που είχαν δημοσιευθεί σε διάφορες ελληνικές συλλογές του ποιητή (συγκεκριμένα από τις συλλογές Παρατηρήσεις υποχονδριακού, Το βιβλίο των επιγραμμάτων και από τη σύνθεση Μια ραψωδία γερόντων). Που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα βραβευόταν, ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς, ένα καθ’ όλα πρωτότυπο ποιητικό, μεταφραστικό κι εκδοτικό εγχείρημα, ως γενικότερη καινοτομία, με πρωταγωνιστή έναν άγνωστο μεν, πλην ταλαντούχο κι «εξωτικό», μετανάστη ποιητή.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι η παράδοξη, για την εποχή της, αυτή βράβευση θα ξεσήκωνε θύελλα διαμαρτυριών, τελικά δεν προκλήθηκε η παραμικρή αντίδραση. Απεναντίας, μετά το αρχικό «μούδιασμα», οι περισσότεροι άρχισαν να μιλούν ενθουσιωδώς για τον άγνωστο Ελληνοαυστραλό ποιητή και το έργο του. Αλλά και για την έναρξη μιας νέας εποχής στην αυστραλιανή ποίηση, που σηματοδοτούσε η βράβευση αυτής της «αλλόκοτης» μεταφρασμένης συλλογής του. Καιρός όμως, μετά από 35 ολόκληρα χρόνια, να εξετάσουμε, όσο πιο νηφάλια γίνεται, πώς και γιατί συνέβησαν όλα αυτά τα παράδοξα, αλλά και ποιες ερμηνείες επιδέχονται εκ των υστέρων.

Προσωπικά ανέκαθεν θεωρούσα πως η ποίηση του Τσαλουμά είχε μια ιδιαιτερότητα, καθότι προσωπική, αξιόλογη και, ενδεχομένως, σημαντική – τουλάχιστον για τα αυστραλιανά λογοτεχνικά δεδομένα. Κυρίως αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Αυστραλία δεν χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποιητική παράδοση, όπως άλλες χώρες. (Ήμουνα δε από τους πρώτους μελετητές που ασχολήθηκε εκτεταμένα με τη συλλογή του Το βιβλίο των επιγραμμάτων (βλ. περ. Παροικία και Η νεοελληνική λογοτεχνία της διασποράς: Αυστραλία, Gutenberg, Αθήνα 1997). Ωστόσο, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι, πέραν από την όποια αξία του καθαυτού ποιητικού έργου του Τσαλουμά καθοριστικό ρόλο έπαιξε, αναμφίβολα, και η συγκυρία εμφάνισης και βράβευσής του. Διότι η τελευταία συνέπεσε – τύχη αγαθή – στην καταλληλότερη στιγμή: Στις απαρχές της περίφημης δεκαετίας του ’80 όπου είχε αρχίσει να γονιμοποιείται η όλη ιδέα και φιλοσοφία της πολυπολιτισμικότητας. Το δε έργο του Τσαλουμά έμελλε να εγκαινιάσει και σφραγίσει αυτή τη νέα εποχή στα πολιτιστικά δρώμενα της Πέμπτης Ηπείρου. Εξού και φρονώ ακράδαντα ότι αν το ποιητικό έργο του Τσαλουμά δεν μεταφραζόταν και δεν κυκλοφορούσε στα αγγλικά εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η τύχη του θα ήταν εντελώς διαφορετική. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το καθαυτό έργο δεν είχε να πει κάτι ουσιαστικότερο και βαθύτερο στον αγγλόφωνο αναγνώστη από τον όποιο «εξωτισμό» του. Ωστόσο, αναμφίβολα, η αναγνώριση και καθιέρωση του μεταφρασμένου έργου του Τσαλουμά υπήρξε κατ’εξοχήν αναπόσπαστο προϊόν μιας εποχής που το χρειαζόταν για να την αντιπροσωπεύσει. Απόδειξη είναι και το γεγονός ότι Το Παρατηρητήριο έκανε δύο εκδόσεις μέσα στη δεκαετία του ’80 (1983 και 1984) και μια τρίτη το 1991. Κανένα άλλο βιβλίο του Τσαλουμά στην αγγλική δεν κατάφερε να κάνει τρεις εκδόσεις.

Η δεύτερη (αγγλόφωνη) περίοδος του Τσαλουμά: Παραδόξως, η καταλυτική δεκαετία του ’80 αποτέλεσε ένα επαμφοτερίζον ορόσημο: Το τέλος μιας εποχής και το ξεκίνημα μιας άλλης στη δημιουργία του ποιητή. Συγκεκριμένα, το έτος 1981 σηματοδοτεί το τέλος της ελληνόγλωσσης δημιουργίας του, καθώς Το βιβλίο των επιγραμμάτων είναι η τελευταία ποιητική του συλλογή στα ελληνικά. Δυο χρόνια αργότερα (1983) σηματοδοτεί την έναρξη της αγγλόγλωσσης ποιητικής περιόδου του (με τη μετάφραση και βράβευση του Παρατηρητηρίου). Για την ακρίβεια όμως αυτό συμβαίνει πέντε χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφορεί η πρώτη ποιητική συλλογή του γραμμένη απευθείας στα αγγλικά (UQP, 1988). Συμβολικά αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεκινά το 1983, με το μεγάλο θόρυβο που προκαλεί η δίγλωσση έκδοση του Παρατηρητηρίου.

Κατά την επόμενη δεκαετία του ’90, ο Τσαλουμάς γράφει στα αγγλικά κι εκδίδει 8 ποιητικές συλλογές. Όταν εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή του, γραμμένη απευθείας στα αγγλικά το 1988, ο ποιητής πλησιάζει την έβδομη δεκαετία της ζωής του (για την ακρίβεια είναι 67 ετών). Αλλά πώς και γιατί αποφάσισε σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία να εγκαταλείψει τη μητρική του γλώσσα και να υιοθετήσει την αγγλική; Τι ακριβώς ήταν αυτό που τον ώθησε σε μια, προφανώς, καθόλου ανώδυνη απόφαση; Ο ίδιος, βέβαια, έχει δώσει διάφορες εξηγήσεις – απόλυτα κατανοητές και σεβαστές – σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα. Ωστόσο, η ταπεινή μου άποψη είναι η εξής: Ο Τσαλουμάς είχε διαπιστώσει προ πολλού – δικαίως άλλωστε – ότι είχε οριστικά και αμετάκλητα αγνοηθεί και αποκλεισθεί από τη μητέρα Ελλάδα – ακόμη και μετά την επίσημη αναγνώρισή του από την υιοθετημένη πατρίδα του την Αυστραλία. Κι αυτή η στάση δεν υπήρχε πιθανότητα να αλλάξει. Συνεπώς, το να επιμένει να γράφει ελληνικά (ιδιαίτερα μετά τη βράβευση και αναγνώρισή του) σε μια αγγλόφωνη χώρα, όχι μόνο δεν είχε κανένα νόημα αλλά ίσως να ήταν κι επιζήμιο γι’ αυτόν. Αλλά ούτε και η μετάφραση αποτελούσε μια πραγματικά ικανοποιητική λύση, παρόλο που μέσω αυτής είχε αναδειχθεί. Ίσως και να φοβόταν ότι η συνέχεια δεν θα ήταν το ίδιο επιτυχής όσο την πρώτη φορά.

Υποψιάζομαι βάσιμα ότι η απόφαση του Τσαλουμά να υιοθετήσει την αγγλική ως εργαλείο της δουλειάς του, ήταν πρωτίστως μια διπλά συμβολική πράξη: Σηματοδοτούσε μια ενσυνείδητη αποσκίρτηση («διαζύγιο») από τη μητρική του γλώσσα, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη συμπεριφορά της πατρίδας απέναντί του. Ταυτόχρονα, επισημοποιούσε τη νέα σχέση που είχε συνάψει με τη γλώσσα της δεύτερης πατρίδας του – ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για όλα όσα γενναιόδωρα του είχε προσφέρει: ευκαιρίες μόρφωσης, καριέρας, οικογένειας, κυρίως όμως λογοτεχνικής αναγνώρισης. Επρόκειτο λοιπόν για μια συναισθηματική αντίδραση η οποία, ωστόσο, δεν ήταν απαλλαγμένη και από κάποιες εμφανείς σκοπιμότητες: Ότι από τη βράβευσή του κι εντεύθεν, μόνο ως αγγλόφων-Αυστραλός ποιητής είχε νόημα και όφειλε να συνεχίσει. Προφανώς αυτό δύσκολα θα συνέβαινε αν δεν είχε μεσολαβήσει η επίσημη αναγνώρισή του. Αμφιβάλλω σοβαρά ότι ο Τσαλουμάς ερωτεύτηκε τόσο ξαφνικά και… παράφορα την αγγλική γλώσσα, και μάλιστα σε ηλικία 70 ετών! Άλλωστε, έως τη βράβευσή του δεν είχε εκδηλώσει τέτοια τάση, ούτε είχε γράψει ή μεταφράσει τίποτα στα αγγλικά. Το σημαντικότερο: Εάν ένιωθε τόσο μεγάλη αυτοπεποίθηση με την αγγλική, τότε γιατί δεν ασχολήθηκε νωρίτερα μ’ αυτήν όταν ήταν νεότερος; Κι ακόμη: Γιατί δεν μετέφρασε ο ίδιος τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του (Το Παρατηρητήριο και Το βιβλίο των επιγραμμάτων) αλλά ανάθεσε σε άλλον αυτό το δύσκολο εγχείρημα; Προβληματισμό, επίσης, δημιουργεί και η μετάφραση της ανθολογίας των Αυστραλών ποιητών στα ελληνικά (Contemporary Australian Verse, η οποία κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Νέα Πορερία το 1986). Το γεγονός δηλαδή ότι οι όποιες «αγάπες» του Τσαλουμά για την αγγλική γλώσσα και την αυστραλιανή ποίηση δεν εκδηλώνονται πριν, αλλά μετά το 1983 (ημερομηνία βράβευσης και αναγνώρισής του από την Αυστραλία). Έτσι, και αυτό το εγχείρημα μπορεί εύλογα να ερμηνευθεί ως μια ακόμη απτή ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη δεύτερη πατρίδα του.

Η τύχη των αγγλόγλωσσων έργων του: Ο Τσαλουμάς, όπως προαναφέρθηκε, δημοσίευσε συνολικά 8 αγγλόγλωσσες ποιητικές συλλογές. Απ’ αυτές, διαπιστώνουμε ότι μόνο μία γνώρισε δεύτερη έκδοση (The Stoneland and Harvest: New & Selected Poems, 1999, 2004) η οποία κυκλοφόρησε στο Λονδίνο από τον εκδοτικό οίκο Shoestring Press. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο ποιητής Matt Simpson, στην Αγγλία, ο Τσαλουμάς αντιμετώπισε μεγάλα προβήματα στο να βρει εκδότη, αλλά και όταν βρήκε [σημ.: μετά από μεγάλη προσπάθεια του Matt Simpson], οι πωλήσεις των βιβλίων του δεν ήταν ικανοποιητικές. Επιπλέον, οι κριτικοί δεν ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι με το έργο του (βλ. “The Poetry of Dimitris Tsaloumas: a British Perspective” στο Dimitris Tsaloumas: a voluntary exile – selected writings on his life and work, 1999, σ. 224-225). Οι υπόλοιπες αγγλόγλωσσες συλλογές του από αυστραλιανούς εκδοτικούς οίκους δεν ευτύχησαν να κάνουν δεύτερη έκδοση. Ούτε καν γνωρίζουμε αν εξάντλησαν την πρώτη τους έκδοση. (Ίσως όχι, γιατί, λογικά, θα ακολουθούσε δεύτερη έκδοση). Επίσης, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ενώ προαναγγέλλεται (βιαστικά, και κάπως ανεύθυνα – αφού ουδέποτε ανακοινώθηκε αυτό επίσημα από τον Αυστραλό εκδότη του) η συγκεντρωτική έκδοση των έργων του Τσαλουμά από τον εκδοτικό οίκο UQP (βλ. Dimitris Tsaloumas: a voluntary exile – selected writings on his life and work, 1999, σ. 291) αυτή τελικά δεν πραγματοποιείται. Μια ακόμη ένδειξη ότι η αντίστροφη μέτρηση στην ποιητική τροχιά του Τσαλουμά είχε ήδη αρχίσει. Προφανώς η λανθασμένη επιλογή του να στραφεί στην αγγλόγλωσση ποιητική δημιουργία, τελικά αποδείχτηκε μπούμερανγκ. Πρώτον, διότι γενικά (εκτός κάποιων εξαιρέσεων) δεν κατάφερε να πείσει πως ως αγγλόγλωσσος ποιητής ήταν εξίσου αυθεντικός και πρωτότυπος όσο με τα ελληνόγλωσσα ποιήματά του. Δεύτερον, διότι, μοιραία, είχε αρχίσει να αυτοεπαναλαμβάνεται, όσον αφορά τις πηγές, τη θεματολογία, τα μοτίβα, την τεχνοτροπία, κτλ, έτσι που στην ουσία επρόκειτο για μετεγγραφή – ένα μπόλιασμα του ελληνικού DNA των ποιημάτων του στην αγγλική γλώσσα.

Μια ακόμη απόδειξη ότι ο Τσαλουμάς είχε αρχίσει να χάνει πλέον την αρχική λάμψη του ως ποιητής, είναι και το εξής γεγονός: Από τις 65 αγγλόγλωσσες κριτικές που επισκόπησα κάπως πρόχειρα, οι 45 δημοσιεύτηκαν στη δεκαετία του ’80 (όπου αναδύθηκε κι έλαμψε το άστρο του κατά την περίοδο ακμής του πολυπολιτισμού) και οι υπόλοιπες 20 (λιγότερες και από τις μισές) τη δεκαετία του ’90. Για τη δεκαετία του 2000 δεν μπόρεσα να εντοπίσω κριτικές, παρόλο που κυκλοφόρησαν δύο αγγλόγλωσσα βιβλία του. (Αυτό όμως δεν σημαίνει κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχουν, αφού η δική μου βιβλιογραφική επισκόπηση δεν ήταν συστηματική ή εξαντλητική).

Η (ποιητική) κληρονομιά του Τσαλουμά: Δύο χρόνια μετά το θάνατό του, τα καίρια ερωτήματα που προκύπτουν είναι: Ποιες ακριβώς ποιητικές παρακαταθήκες (ελληνικές; αγγλικές;) μας κληροδοτεί, και πόσο σημαντικές και ανθεκτικές είναι αυτές; Οι απαντήσεις, προφανώς, δεν είναι εύκολες, καθώς η αυστραλιανή κριτική παραμένει αναποφάσιστη και διχασμένη. Ή, σωστότερα, μάλλον αδιάφορη. Η πλειοψηφία των Ελληνοαυστραλών μελετητών, για ευνόητους λόγους, διάκειται άκρως εγκωμιαστικά προς το έργο του (βλ. π.χ., το άρθρο του Βρασίδα Καραλή «Dimitris Tsaloumas and the Music of the Unseen”, Sydney Review of Books, 12.02.2016), ενώ ορισμένοι μελετητές μη ελληνικής καταγωγής παραμένουν επιφυλακτικοί, αμφίρροποι, ακόμη και επικριτικοί (βλ. π.χ. τη βιβλιοκριτική “Ali Alizadeh Reviews Dimitris Tsaloumas” στο περ. Cordite Poetry Review, 13.02.2008).

Ακόμη πιο παράδοξο είναι το γεγονός ότι παρ’ όλα τα λογοτεχνικά βραβεία/διακρίσεις που του απενεμήθησαν στην Αυστραλία, ο Τσαλουμάς ποτέ δεν κατάφερε να μπει επίσημα στον ‘κανόνα’ της αυστραλιανής ποίησης ως «μεγάλος» ποιητής. Έγκυροι ιστορικοί της αυστραλιανής λογοτεχνίας, όπως ο Laurie Hergenhan, τον αντιμετωπίζουν ως Έλληνα ποιητή, του οποίου η ποίηση «έχει παραμείνει σταθερά ριζωμένη στην ελληνική γλώσσα, την ιστορία και τα έθιμα, παρόλο που έφυγε από τη γενέθλια Λέρο του για να έρθει στην Μελβούρνη το 1952. Στην πρώτη δίγλωσση ελληνο-αγγλική επιλογή των ποιημάτων του Το παρατηρητήριο (1983) – μετά απ’ το οποίο ακολούθησαν επτά τόμοι ελληνικών εκδόσεων, δημοσιευμένων κυρίως στην Αθήνα – ο μεταφραστής του Τσαλουμά Philip Grundy, ισχυρίζεται ότι η ποίησή του ενσαρκώνει μια πεισματάρικη εμμονή του Ελληνισμού όσον αφορά τη συναισθηματική του ένταση, την αίσθηση του απόμακρου από το παρόν περιβάλλον και την υποδόρια νοσταλγία για τη ‘μακρινή πατρίδα που θυμάται.’ Λίγα ποιήματα ασχολούνται άμεσα με την Αυστραλία» (βλ. Penguin New Literary History of Australia, 1988, μετάφραση δική μου).

Εν κατακλείδι: Δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά επιφυλάσσει το μέλλον για το ποιητικό έργο του Τσαλουμά. Οι ενδείξεις πάντως δεν είναι ενθαρρυντικές. Ο θάνατός του, για παράδειγμα, πέρασε σχεδόν απαρατήρητος από τα αυστραλιανά ΜΜΕ. Αν δημοσιεύτηκε κάτι (ουσιαστικά ψιλοπράγματα), αυτό έγινε με πρωτοβουλία Ελληνοαυστραλών – ελάχιστα από ξένους. (Στην Αθήνα όπου πέθανε κι έζησε αναγκαστικά, λόγω γήρατος και προβλημάτων υγείας τα τελευταία χρόνια, κοντά στην κόρη του που τον φρόντιζε, δεν ανακοινώθηκε το παραμικρό, ούτε και γράφτηκε μισή λέξη! Προφανώς επειδή, στην ελληνική πρωτεύουσα, ήταν παντελώς άγνωστος). Επιπλέον: Οι Αυστραλοί ή Βρετανοί εκδότες δεν έχουν επανεκδώσει καθόλου έργα του, ενώ ούτε στα αυστραλιανά βιβλιοπωλεία και τις δημόσιες βιβλιοθήκες βρίσκεις πλέον βιβλία του – εκτός σπανίων περιπτώσεων. Γεγονός ωστόσο παραμένει πως, με μία και μόνο ποιητική συλλογή, αυτός ο ιδιότυπος και αρχικά περιθωριακός Ελληνοαυστραλός ποιητής, κατάφερε να βάλει στο χάρτη όχι μόνο την Ελληνοαυστραλιανή αλλά και γενικότερα τη μεταναστευτική/πολυπολιτισμική ποίηση, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην αυστραλιανή λογοτεχνία, η οποία έως τότε ήταν κατ’ εξοχήν αγγλο-κελτική. Και μόνο το γεγονός ότι το έργο του αναγνωρίστηκε επίσημα από το λογοτεχνικό κατεστημένο και, παράλληλα, αγκαλιάστηκε από τους Αυστραλούς αναγνώστες (τουλάχιστον στο αρχικό του στάδιο), κάθε άλλο παρά μικρό επίτευγμα είναι.

*Ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής) και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, που πρόσφατα κυκλοφόρησε, τιτλοφορείται: «Η περιπέτεια της γραφής: καταθέσεις/μαρτυρίες 27 Ελλήνων πρωταγωνιστών», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2018.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s