Σίσσυ Δουτσίου, Τρία ποιήματα

Υπόλευκο Θρεπτικό Υγρό

Μετά τα μεσάνυχτα
Αποχαιρετάει τον εραστή της
Συναντάει την κρυφή παλλακίδα της
Μέσα στην νύχτα η παλλακίδα την χτενίζει
Της αλείφει το σώμα
Με αιθέρια έλαια
Και λάδι από φρούτα
Της σφίγγει το στήθος της
Μέχρι να στάξει γάλα
Έχει τόσο πολύ γάλα
Για να χορτάσει όλους τους πεινασμένους της γης
Της τεντώνει τις ρόγες
Ρουφάει τις πρώτες σταγόνες
Άτριχη, καυκάσια μητέρα
Δεμένη στον κορμό ενός δέντρου
Η παλλακίδα πρόσχαρη
Της φωτίζει το πρησμένο της στήθος
Με εκατοντάδες κεριά
Οι πεινασμένοι πλησιάζουν
Τους τρέχουνε τα σάλια
Σπεύδουν να προλάβουν
Να πιούνε όσο περισσότερο
Χορταστικό μητρικό γάλα
Ανέκφραστη η ανώνυμη θεά
Ζεσταίνει το ζουμί της
Θέλει να απορροφήσουνε όλοι από το στήθος της
τη λαγνεία της, την ντροπή της, την ευθύνη της, το όνειδος της.
Να ξεζουμίσουν τα δώρα της όλοι οι λακωνικοί,
οι μετρημένοι, οι ολιγαρκείς, οι απαιτητικοί,
οι στειροποιημένοι, οι ταπεινοί.
Να ταΐσουν την διψασμένη ματαιοδοξία τους
Να τέρψουν την αδηφάγα κενοδοξία τους
Να θρέψουν την αυταρέσκεια τους
Τρεμοπαίζουν ον κύστες των μαστών της
Με μητρικό γάλα θέλουν να γεμίσουν άδεια στόματα
Να δροσίσουν όλους τους διψασμένους

Γυρεύει να περικυκλώσει τα αχαλίνωτα αρπακτικά
Θα απλώσει τα χέρια της
Να τραβήξει
Τους λυσσασμένους
Θα πιάσει το κεφάλι τους
και θα τους βάλει να βυζάξουν την κούραση της.

Νυστάζουν τώρα οι ορμές της
και αποκοιμιέται
στις τελευταίες σταγόνες από το δικό της
υπόλευκο θρεπτικό υγρό.

Η δική της αδυναμία
Δεν άντεξε να ψεύδεται
Δεν μπορούσε άλλο να προσποιείται
Την ερεθισμένη σκλάβα
Η δικιά της αδυναμία χόρτασε
Ήπιε αρκετό γάλα

Τα στήθη της τώρα γεμάτα μελανιές
Κατακόκκινα
Άδεια

Δεν μπορούσε να το σταματήσει
Το συνέχιζε μέχρι αυτό να την σκοτώσει
Ήταν πιο εύκολο να παραδοθεί στη δίνη του
παρά να αντισταθεί.
Η ζωή της υπήρξε μια πλάνη

***

Ένα Υπέροχο Πρωινό

Ένα υπέροχο πρωινό που η αγαπημένη σου
αδειάζει όλους τους φόβους της επάνω σου.
Ένα υπέροχο πρωινό
που η αγαπημένη σου έχει συνεχώς κλειστά τα μάτια της
και αλλάζει, αλλάζει συνεχώς η φωνή της
αλλάζει, αλλάζει το χρώμα των ματιών της
μεταφορτώνεται σε εκείνο το υπέροχο τέρας
που καταβροχθίζει
τις ηλιαχτίδες του ήλιου,
που καταβροχθίζει
τα παθιασμένα γλωσσόφιλα.
Δεν έχει μείνει τίποτα από την αγαπημένη σου
μόνο ένα τέρας
ένα τέρας που βαριανασαίνει
ένας αναστεναγμός και ένα ουρλιαχτό
που γεμίζει το δωμάτιο
και σε εξαφανίζει.
Χαθήκαν τα συναισθήματα που υπερβαίνουν
την έκσταση και την αγάπη
τη θέση τους πήραν ουρλιαχτά μέσα στα πιο σκοτεινά δωμάτια
… είμαι ακόμη εδώ….
ας έχουν ασπρίσει οι άκρες των χεριών μου
ας έχω χτίσει την βουκολική σπηλιά μου μέσα στο σπίτι μας
είμαι ακόμη εδώ… εδώ…
Μερικές φορές η αγάπη δεν είναι αρκετή
Μερικές φορές τίποτα δεν είναι αρκετό
Μα είμαι ακόμη εδώ
Εδώ

***

Αδαμάντινοι Νήσοι

Παγιδευμένη στο παράδεισο
Τυλιγμένη με γόνιμα χρυσάνθεμα
Αλυσοδεμένη στις ρίζες ενός αιωνόβιου φόβου
Ιδρωμένη από τη μανιασμένη περιέργεια του εραστή της
Συγχυσμένη από την ασυγκράτητη επιθυμία για σοφία
Ζαλισμένη από τη μελαγχολική έκταση του απείρου

Παγιδευμένη στον παράδεισο
Δέσμια σε ένα υπέρλαμπρο ανθισμένο δέντρο
Αδιάφορη μέσα σε ένα μυστικιστικό ναό
Κουρασμένη ατενίζοντας τον ειρηνικό ωκεανό
Κρεμασμένη στο βυθό της θάλασσας

λαχανιασμένη
εκτεθειμένη σε αρχαίους πολιτισμούς
πόσο γελοία φαίνονται τα όνειρά της
πόσο φαιδρές φαίνονται οι στεναχώριες της
τρομάζει
ουρλιάζει απέναντι στο χάος
ιδρώνει από τη ευρυμάθεια του εραστή της

και αποφασίζει να τον γδάρει.

*Από τη συλλογή “Ω! Απόκρυφον”, Εκδόσεις Κενότητα, 2015.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s