Φραντζέσκα Άβερμπαχ, Δύο ποιήματα

1
Οι άνθρωποι
δεν λυγίζουν εύκολα πια.
Αφού μπορούμε και κρατιόμαστε
ζούμε μια ακόμα προσδοκία.
Τρέμουμε βέβαια
πίσω στις γωνίες
σε σχήμα αλτουριστικό.

Η υπόσχεση ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
παραμένει μια υπόσχεση
αφού ζούμε σ’ ένα περιθώριο
εξαρτημένοι και αβέβαιοι.
Το καινούργιο σε γοητεύει
μέχρι να πεις
«ως εδώ»
και ν’ απελπιστείς.

Θα τρομάξεις.
Θα ησυχάσεις.

Αφού τώρα μπορώ και σου γράφω
σημαίνει πως ξεχνάω.

Κι αν χαθείς κάπου,
θα βρούμε άλλους.

2
Το δέντρο της απροθυμίας σώπασε.
Μερικές φορές
είναι καλύτερα να είσαι ένα αγρίμι
παρά να κοιμάσαι σε όρθιες ουρές.

Όλα μπορώ να στ’ αφήσω
προχωράμε μες στη βουβαμάρα
δίχως ίχνος τραγικότητας.
Σήμερα μιας και φεύγουμε σιγά σιγά
λέω να παίξω με το σχήμα σου
(( < > (?) – — … .. )

Αγαπούλα,
θα καούμε έτσι.
Άσπριζες μέρα με τη μέρα
μπρος στα μάτια μου.
Εάν πράγματι θέλεις να ζήσεις
πέρα απ’ τις θεωρίες
μάθε να είσαι ελεύθερος,
θέλει τρελά κότσια
ν’ αφουγκράζεσαι το σκοτάδι μέσα σου.

Αν και μου ταράζεις το αηδόνι
που είχα αφήσει σκεπασμένο πάνω στη σκεπή
το κορμί μου σύντομα θα το ελευθερώσει ο Δίας.

Αλλά μην παρανοείς.
Είναι τ’ όνειρο
όχι το θλιβερό σου μάτι.

Περιμένω το πως θα έλθει το βασίλειο μου:
η επιθυμία για όλα αυτά
που μας κρατάνε ζωντανούς.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s